Σάββατο , Δεκέμβριος 16 2017
elen
Home / Ειδήσεις / Αφιερώματα / Τα βαπόρια. Ένα αφιέρωμα στα πλοία που άραξαν στα λιμάνια της Σάμου από το 1940 έως σήμερα
Από τα παλιά βαπόρια είναι και το Καραϊσκάκης

Τα βαπόρια. Ένα αφιέρωμα στα πλοία που άραξαν στα λιμάνια της Σάμου από το 1940 έως σήμερα

Τα πλοία (δεν) άραξαν: Αυτή τη συλλογή διηγημάτων του Μενέλαου Λουντέμη παραφράζουμε σήμερα με κείμενο του Κώστα Ι. Καλατζή παρμένο από το περιοδικό “Απόπλους”. Ένα αφιέρωμα στα βαπόρια που άραξαν στα λιμάνια της Σάμου

(Γράφει ο Κώστας Καλατζής)
Τα πράματα τότε ήταν αλλιώς. Τα βαπόρια του θρύλου είχαν βουλιάξει. Το Φρίντων στα Μέγαρα, το Έλση στην Κεφαλονιά, το Σάμος στη Βεγγάζη, το Αλμπέρτα στη Σαλαμίνα, το Σοφία στα Μέγαρα, το Αρντένα στην Πάρο. Το νησί ήταν ξεκομμένο.
Από τις 28 Οκτωβρίου 1940 που -Δευτέρα αυγή ήτανε- έφυγε σφυρίζοντας λαχανιασμένα το Έλση, το νησί ήταν ξεκομμένο. Μόνο κάτι μαυραγορίτικα καΐκια είχαν πάει και είχαν έρθει.

Απ’ όταν οι αντάρτες και οι Ιερολοχίτες μάντρωσαν τους στερνούς Ιταλούς φασίστες που είχανε μείνει στο πόδι των Γερμανών, το πρώτο βαπόρι που φάνηκε να πάρει κόσμο -εκεί το Νοέμβρη του ’44- ήταν ένα αρματαγωγό του Ναυτικού: Λήμνος το όνομά του.

Δεν είχαμε ξαναδεί τέτοιο σουλούπι. Ήταν ένα φαρδύ γκρι πράμα χωρίς κατάρτια, ίδιο τεράστια κασόνα. Στις μάσκες του είχε δυο μεγάλους άσπρους αριθμούς: L158. Φουντάρισε -πράμα παράξενο- από πρύμα. Ήρθε έξω πελώριο, και η πλώρη του άνοιξε σαν ένα αλλόκοτο στόμα όπου ένας σιδερένιος καταπέλτης, ίδιος γλώσσα, φάνηκε να χαμηλώνει.

Έξω ο κόσμος κοιτάζαμε. Κόσμος πολύς. Με βαλίτσες, κοφίνια, μποξάδες. Και με φωνές. Μας θέρμαινε η ελπίδα του ταξιδιού. Και μας κρατούσε στον τόπο ένα αραιό φράγμα λιμενοφυλάκων και χωροφυλάκων.

Το Ερση ΤόγιαΟ καταπέλτης, κρατημένος από δυο χοντρές αλυσίδες, χαμήλωνε πάντα, ήρθε ίσαμε το ύψος της προκυμαίας, εκεί μπροστά στην Εθνική Τράπεζα. Και ως φάνηκε κυκλώπεια και μυστήρια η βαθιά κοιλιά τού βαποριού, ο κόσμος μουντάρισε, έσπασε το φράγμα: Ποδοβολητό κι αλαλαγή. Και στριμωξίδι κι αποχαλίνωση. Να καταλάβουμε με γιούργια το βαπόρι. Ένας νέος αξιωματικός -ο ύπαρχος;- όρθιος πάνω στον καταπέλτη πολέμαγε με τα χέρια ανοιχτά να σταματήσει το ανθρωποξεχείλισμα. Δε γινόταν τίποτα. Ο αξιωματικός έσκισε με τα χέρια το πουκάμισό του -φάνηκε μελαχρινό και τριχωτό το στέρνο του- κι ο καταπέλτης ανέβηκε πίσω. Κι ο κόσμος μείναμε από κάτω να παραδέρνουμε. Γινότανε κακό μεγάλο. Το βαπόρι άνοιξε από την προκυμαία, κι έξω στο καφενείο του Παρασκευά, έγινε μια επιτροπή από ό,τι αντιπροσώπευε την εξουσία και την αρμοδιότητα εκείνη την ευαίσθητη στιγμή, που θα ξεδιάλεγε ποιοι είχαν τη μεγαλύτερη ανάγκη να φύγουν με το μεγάλο βαπόρι.

Τέλος πάντων: έτσι ήρθε, κι έτσι έφυγε το πελώριο -όπως μας φάνηκε τότε- εκείνο πολεμικό Λήμνος. Μέσα και η μακαρίτισσα η μάνα μου με τον μακαρίτη μικρό αδερφό μου που έπρεπε να βγάλει τις αμυγδαλές του.

*

Ύστερα -2 Μαΐου του 1945, μεγαλοβδομάδα- ξεκίνησε από τον Πειραιά για τις Κυκλάδες, και το νησί μας, ένα βαποράκι. Το λέγανε: Σπερχειός. Ήτανε του Ναυτικού, ναρκαλιευτικό. Ένα από τα τέσσερα που μας είχαν δώσει οι Άγγλοι με την επονομασία F.T. Τούτο για το οποίο μιλάμε ήταν το F.T.4, νορβηγέξικο ψαράδικο ρέγγας στον ιδιωτικό του βίο, με το όνομα Noble Norah.

Γέμισε ο Σπερχειός κόσμο. Ανθρώποι κάθε λογής, με τα σέα τους και με τα μέα τους -σάκοι, βαλίτσες, κιβώτια, δέματα, γυλιοί, μπόγοι- που ύστερ’ από μια φοβερή κατοχή και στο διάλειμμα ενός πιο φοβερού αδερφοπολέμου- πήγαιναν άφοβα στα νησιά τους. Πολλοί ήταν οι στρατιωτικοί. Μεσανατολίτες στρατιωτικοί παντός όπλου και βαθμού με την πρώτη τους άδεια. Άνθρωποι λαχταρισμένοι και πατικωμένοι μέσα στο βαποράκι.

Ήταν μπουνάτσα. Ψιλόβρεχε. Ο καθένας απάγκιαξε όπου έβρισκε. Βόρεια της Ύδρας. Είχε παράξενη πορεία το βαποράκι, γιατί η θάλασσα ήταν σπαρμένη με νάρκες ακόμα. Για μια στιγμή η βροχή δυνάμωσε, κι κόσμος, μια μάζα, μετακινήθηκε απότομα προς τη μια πάντα του βαποριού. Έγειρε κείνο, πλάγιασε, κι αναποδογυρίστηκε. 84 οι πνιγμένοι.
Ο θρήνος σκέπασε το Αιγαίο, μαζί και το, άκρη άκρη, νησί μας.

*

Ύστερα μπήκανε οι πρώτες συγκοινωνιακές γραμμές. Οι σύμμαχοι μας δώσανε κάτι ανθυποβρυχιακές κορβέτες. Έτσι όπως ήταν με τον ιδρώτα του πολέμου ακόμα απάνω τους τις βάλανε στις γραμμές. Η ανάγκη ήταν μεγάλη. Έγινε και μια κρατική υπηρεσία να τις διαχειρίζεται, και η υπόθεση έληξε σε κάτι χρόνια με το συνηθισμένο στα ελληνικά πράματα σκάνδαλο.1 Στις κορβέτες εκείνες είχαν δώσει ονόματα ελληνικών παράλιων πόλεων. Στη Σάμο ερχόταν το Θεσσαλονίκη και το Αλεξανδρούπολις.

Με το Θεσσαλονίκη πρωτοπήγα κι εγώ στον Πειραιά. Τι ωραία που ήταν! Το πέλαγος, μπουνάτσα ολοφώτεινη, και τα φρυγμένα νησιά σπαρτά λες από μια χεριά του Θεού!

Ακολουθούσαν τα βαποράκια εκείνα την κλασική προπολεμική γραμμή, όπως τη διαλαλούσε ο Πλάτων2 ο ντελάλης, που πια δεν υπήρχε: τον είχε θερίσει η κατοχή: Σύρος – Τήνος – Μύκονος – Άγιος Κήρυκος – Καρλόβασι – Βαθύ – και τανάπαλιν. Αυτό το «τανάπαλιν» ήταν που είχε το μεγάλο ενδιαφέρον. Το βαπόρι έφευγε απ’ το Βαθύ μεσημέρι. Έπιανε σε μας -στο Καρλόβασι- κι ύστερα Άι Κήρυκο ή Εύδηλο αναλόγως, φουντάριζε αρόδο στα μικρολίμανα των πρώτων νησιών -Μύκονο, Τήνο- οι ταξιδιώτες ανεβαίνανε, κατεβαίνανε με τις βάρκες. Καμιά φορά, κι αν ο καιρός το ήθελε, οι καπεταναίοι επιτρέπανε από τα μεγάφωνα και στους άλλους επιβάτες να βγούνε και να προσκυνήσουνε τη Μεγαλόχαρη.

Στη Σύρα ερχόταν με την πρύμη. Έριχνε σκάλα, μια σκαλίτσα σύμφωνη με το μέγεθος του βαποριού. Έφτανε σούρουπο. Κι έμενε κει φωταγωγημένο. Τη νύχτα δεν ταξίδευε, γιατί υπήρχε κίνδυνος από αδέσποτες νάρκες που θα είχαν αποσπαστεί από τα αλίευτα ναρκοπέδια.
Μαγεία!
Κατεβαίναμε τη σκαλίτσα, και, ιδίως αν είχαμε περάσει με φρέσκο μελτέμι τον Τσικνιά, μας φαινόταν σαν και τι που πατήσαμε στεριά! Κάναμε βόλτα στην προκυμαία. Βραχνά μεγάφωνα παίζανε τα επιπολάζοντα σουξέ: «Μες στων ματιών σου τις γαλάζιες θάλασσεεες…», οι λίγες βιδωτές λάμπες που είχανε τα μαγαζιά των λουκουμιών μάς κάνανε να τα βλέπουμε Ηλύσια Πεδία. Δεν είχαμε συνηθίσει ακόμα τη φωτοχυσία της ειρήνης. Η θάλασσα του λιμανιού ολόστρωτη χαρακωνόταν απ’ τις φωτοσυρμές και μύριζε θάλασσα. Τα καΐκια με χαλαρούς τους κάβους τους ακινητούσαν. Και οι κέφαλοι, βαθιά, γράφανε με τις ουρές τους φευγαλέους ίσκιους. Συμπληρώναμε ένα πρόγραμμα από πηγαινέλα στην προκυμαία, και περνούσαμε από μέσα, στη μεγάλη πλατεία.
Ωωωω, τι κόσμος!
Βόλτες πάλι εκεί και καυτερά πειράγματα με τα ζωηρά κοριτσόπουλα τα ντόπια και του βαποριού. Η νιότη μας έκανε στράκες μέσα στις αρτηρίες μας. Κατασταλάξαμε στα μαγαξά και κάτω απ’ τις καμάρες. Ψαρόξουμο και ρετσινούλα.
Ο Μιαούλης από το ύψος του κοίταξε ευχαριστημένος. Νιώθαμε τόσο Έλληνες οι άγνωστοι μεταξύ μας συνταξιδιώτες! Πότε ήταν που ήταν δω κάτω οι ξανθοί ξένοι με τα υποπολυβόλα Σμάισερ στη μασχάλη; Χτες!
Μέναμε έξω ίσαμε αργά. Και πια, περασμένα μεσάνυχτα, αγοράζαμε τα απαραίτητα λουκούμια -Σταματελάκης, Πάσαρης- και τις χαλβαδόπιτες, και με τα πακετάκια στο χέρι ανεβαίναμε τη σκαλίτσα, βρίσκαμε το γιατάκι μας στο κατάστρωμα, σκεπαζόμασταν με την κουβερτούλα μας, και με τον τρανταγμό της ηλεκτρικής μηχανής του βαποριού να μας διαποτίξει αφηνόμασταν σε έναν βαθύ ύπνο υγρό και αρμυρό. Θαμπώματα το βαπόρι σφύριζε.

*

Έτσι για κάμποσο, αυτή ήταν όλη κι όλη η συγκοινωνία. Στο νησί ερχότανε το βαπόρι μια φορά τη βδομάδα. Ίσαμε που φάνηκε το πρώτο αληθινά επιβατικό βαπόρι. Ήταν το Ηλιούπολις.

Ωραίο βαπόρι, 1.200 τόνων, βαμμένο μαύρο με τσιμινιέρα στο χρώμα της φάβας, και πάνω της ένα καλλιγραφικό AT. Δηλαδή Αδελφοί Τυπάλδου. Ολόκληρη ιστορία αυτό το καλλιγραφικό AT.

Εκεί κατά τέλη του ’41 -μέσα στη μαύρη πείνα ακόμα- φάνηκε στη Σάμο ένας άνθρωπος με μια καϊκιά στάρι και τρόφιμα και μια τσάντα λίρες: Μπάμπης Τυπάλδος λεγότανε. Άγνωστος στο νησί. Μόνο κάτι ναυτικοί πράκτορες, κάτι λέγανε χαμηλόφωνα για έναν αδερφό του Σπύρο, που για κάποια νιτερέσα είχε σκοτώσει στον Πειραιά, μέσ’ στο γραφείο του, τον εφοπλιστή Λεόντιο Τεριάζο. Σκοτεινά πράματα κι αδιαφόρετα.

Ο Μπάμπης Τυπάλδος ήταν ένας ζωηρός άνθρωπος με γρήγορη περπατησιά, άπληστο μάτι και κατσαρό μαλλί. Ανέβηκε στο βουνό, βρήκε στα χωριά παλιούς ξυλάδες που πεινούσανε, έκλεισε συμφωνίες. Έκλεισε συμφωνίες, ψηλά, και με τους αντάρτες -που στην αρχή πήγαν να του πάρουν το κεφάλι, αλλά ύστερα, μπρος στο όφελος που θα είχε ο πληθυσμός της περιοχής, του επιτρέψανε να κόψει τα ξύλα- έκλεισε συμφωνίες, χαμηλά, και με τους Ιταλούς, να μπορέσει να κατεβάσει στο γιαλό τα ξύλα, έφερε κι απ’ το Τηγάνι έναν απ’ τους πιο σπουδαίους καραβομαραγκούς -που τις οίδε τι πλακάκια έκανε αργότερα με τους κατακτητές, και οι αντάρτες τον εκτέλεσαν -και έφτιαξε στο άψε- σβήσε ένα καΐκι 150 τόνων.

Το δούλεψε λίγο το καΐκι μαυραγορίτικα, και το πούλησε. Και, άνοιξη του ’43, νάτος πάλι στο νησί με το στάρι και τα τρόφιμα και με τις λίρες του. Σκάρωσε καινούργιο καΐκι. Ένα θηρίο 500-600 τόνων τούτη τη φορά.

Το Γκόλντεν ΒεργίναΓέμισε η παραλία του Αγίου Κωσταντίνου ξύλα. Κάτι “βουβά” θεόρατα και “τέμπλες”, ντάνες ολόκληρες. Μαστόροι απ’ όλη τη Σάμο. Οι σιγάτσες δουλεύανε ασταμάτητα. Ο καραβομαραγκός απ’ το Τηγάνι τα σχεδίαζε όλα στην εντέλεια. Κι έτσι που να τα χει μες στα χέρια του. Τα πάντα γίνονταν επιτόπιου. Ακόμα και τα καρφιά. Είχανε στήσει μια σειρά φορητά καμίνια όπου οι σιδεράδες, που τους λέγανε γύφτους, κοκκινίζανε το σίδερο και χτυπώντας το τό διαμόρφωναν σε χοντρό τετράγωνο καρφί, τζαβέτα το λέγανε. Τα χτυπήματα των σφυριών πάνω στ’ αμόνια κυριαρχούσαν. Ο πίτυκας και η ρετσίνα μοσκομυρίζαν, και η πίσσα, καθώς έβραζε και άχνιζε, έκοβε την ανάσα. Οι τεχνίτες με τα σκεπάρνια τους κάνανε περίτεχνες και ακριβέστατες καμπύλες.

Εν τω μεταξύ, στον κόσμο έξω γίνανε μεγάλα πράματα. Η Ιταλία παραδόθηκε. Οι Ιταλοί στο νησί μας παραδόθηκαν κι αυτοί. Κι ο Τυπάλδος… κατατάχτηκε στον ΕΛΑΣ! Τον θυμάμαι, με μιαν αραβίδα στον ώμο, μαζί με άλλους νεαρούς αντάρτες, να περιπολεί στον παραλιακό δρόμο του Αγίου Κωσταντίνου έτοιμος να αντιμετωπίσει τους Γερμανούς, απ’ όπου κι αν φαινόντουσαν! Να σώσει το νησί και το έχει του που πυργώνονταν στο γιαλό, βουνό ολόκληρο.

Όμως οι Γερμανοί ήρθαν. Ύστερα από διαταγή του Στρατηγείου Μέσης Ανατολής δεν τους αντιμετώπισε κανείς. Ούτε ο Τυπάλδος! Αν και -έννοια σου- εκείνος το γλίτωσε το μεγάλο καΐκι.

Ύστερα από μια διακοπή, η δουλειά στο περιστασιακό καρνάγιο του Αγίου Κωνσταντίνου συνεχίστηκε. Και με την οριστική απελευθέρωση το καΐκι τελείωσε. Έγινε ένα πανέμορφο πέραμα, σαν και κείνα του παλιού καιρού. Άγγελος! Τα κατάρτια του, μονοκόμματα, χρειάστηκε ολόκληρη επιχείρηση να κατεβούνε στο γιαλό. Ήταν δυο πανύψηλα κυπαρίσσια, ολόισια, που βγήκαν μέσα από μια βαθύτατη και στενότατη χαράδρα του Ξεπαγιασμένου.

Έγιναν τα βαφτίσια -και το όνομα αυτού, δεν το θυμάμαι, ας το πούμε Άγιο Γεράσιμο για την οικονομία της ιστορίας μας. Έγινε ο αγιασμός. Ο Τυπάλδος ασπάστηκε πρώτος τον ασημένιο σταυρό, ύστερα ο πρωτομάστορας. Και ξωπίσω οι ανθρώποι. Ο Τυπάλδος κέρασε τον κόσμο λουκουμάδες.

Και ο πρωτομάστορας με το σκεπάρνι έκανε στο κότσι του καϊκιού, κάτω από το πέρασμα της προπέλας, ένα σταυρό, φώναξε δυνατά την ευχή: «ο Θεός στο καλό κι η Παναγιά στα ξύλα…», και λευτέρωσε τα βάζα.

Σάλεψε το σκαρί, ο κόσμος ένα γύρω αναφώνησε «αααα», και το καΐκι, με δρόμο όλο και μεγαλύτερο, ήρθε ως κάτω στο κυματόσπασμα, και μ’ ένα καμαρωτό πέσιμο βούτηξε με την πρύμη στο νερό. Στάθηκε ύστερα στο νερό αλφάδι.

Και ο Άγιος Γεράσιμος έγινε πλοίο. Έμεινε δεμένος “επ’ αγκύρα” για ένα διάστημα στο Βαθύ, ανοιχτά από την Εθνική Τράπεζα. Ύστερα έφυγε. Κι όλα τα κάλυψε το μυστήριο. Χάθηκε ο Άγιος Γεράσιμος. Κανένας δεν ξέρει ακριβώς τι γίνηκε. Ειπώθηκαν πολλά. Πολλές ιστορίες, μια είναι η πιο σοβαρή, δεν παίρνω όρκο για την αλήθεια της.

Είμαστε πια στην εποχή μετά τον πόλεμο. Οι Ισραηλίτες της Ευρώπης – όσοι περίσσεψαν απ’ τη ναζιστική θηριωδία- με τη φρίκη στα μάτια φεύγουν και, όπως όπως, προσπαθούν να φτάσουν στη γη της Επαγγελίας: στην Παλαιστίνη. Οι Εγγλέζοι όμως -που έχουν την “Εντολή” εκεικάτω- δεν το επιτρέπουν. Έχουν αποκλείσει τα παράλια της Παλαιστίνης, και όποιο καράβι με Εβραίους ζυγώσει, συλλαμβάνεται, και οι Εβραίοι που κουβαλάει κλείνο- νται πάλι σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Ωραία στρατόπεδα αυτή τη φορά… χωρίς φούρνους!

Για τους Ισραηλίτες το πρόβλημα είναι τα καράβια. Και το είδος των καραβιών. Να ναι σχετικώς μεγάλα και να μπορούν να γιαλώνουν. Το πετρελαιοκίνητο Άγιος Γεράσιμος είναι ιδανικό. Οι Εβραίοι, λέει η ιστορία μας – πόσο είναι αληθινή, ουδείς γνωρίζει- έρχονται σε επαφή με τον Τυπάλδο και, τάκα τάκα, αγοράζουν το καΐκι. Βέβαια όλα γίνονται στο σκοτάδι. Χαρτιά δε γράφονται, συμβόλαια δεν υπογράφονται. Απλά, πέφτουνε οι λίρες -πολλές λίρες- και ο ωραίος Άγιος Γεράσιμος μια αφέγγαρη νύχτα σε έναν απόμερο όρμο της Ραφήνας φορτώνεται -άντρες, γυναίκες, παιδιά- κάργα. Και ξεκινάει -δήθεν κλεμμένος- με ισραηλίτικο πλήρωμα, για την Παλαιστίνη, μεταφέροντας τους ανυποψίαστους χαροκαμένους στην τραγωδία του μέλλοντος. Νύχτα αφέγγαρη, θάλασσα γαληνεμένη, αστέρια να στίλβουν. Οι Εβραίοι χαμηλόφωνα τραγουδάνε:

Όταν οι αιχμάλωτοί μας της Σιών ξαναγυρίσαν
μας φάνηκε πως στα μάτια μας απ’ όνειρο ξυπνήσαν.
………………………………………………………………………..
Κάνε, Κύριε, οι αιχμάλωτοί μας να γυρίσουν
όπως απ’ τις βροχές κάνεις τα ποτάμια να γεμίσουν3

Δεν το έκανε όμως ο Κύριος. Νύχτα πάλι γαλήνια, το βλέφαρο του φεγγαριού κλειστό, ένας προβολέας έλουσε το καΐκι, κι ένα μεγάφωνο το σταμάτησε. Ήταν ένα εγγλέζικο αντιτορπιλικό!

Τώρα: τι είχε γίνει; Άντε να βρεις άκρη. Πολλά κυκλοφορήσανε κείνη την εποχή, αλλά τίποτα δε βγήκε στον αφρό. Τίποτα δεν είναι βέβαιο. Το ζήτημα με το καΐκι είναι ότι το πήρε πίσω ο Τυπάλδος -δικό του ήταν, τι έφταιγε κείνος αν το κλέψαν κι αν οι Εβραίοι δεν μπόρεσαν να περάσουν- το πούλησε, όπως είπαν, κι ένα γλυκό απομεσήμερο, έξω απ’ το μεγάλο μόλο του Καρλοβάσου σφύριξε το Ηλιούπολις.

Βαπόρι παλιό λόρδικο -έτσι λέγανε τις προπολεμικές θαλαμηγούς των μεγαλουσιάνων της εποχής, και κυρίως των Άγγλων. Όμορφο παρά τα χρόνια του, ναυπηγήθηκε το 1903. Η πλώρη του οξεία μ’ ένα κοντό μπαστούνι, και η πρύμη του να ξενερίζει λοξά πίσω. Το φουγάρο του ήταν ψηλό και τα κατάρτια του ψηλά και κείνα, κοτερίσια -το πρυμιό ψηλότερο απ’ το πλωριό. Σε κάθε πάντα του είχε ένα σκεπαστό κατάστρωμα. Στα καπόνια του κρεμαστές δυο και δυο οι σωσίβιες βάρκες και στην πλώρη ο ογκώδης εργάτης. Πρύμα, πάνω σ’ ένα πανύψηλο κοντάρι η σημαία.

Έκανε μεγάλη στροφή, και σφυρίζοντας, μπήκε σημαιοστολισμένο στο λιμάνι. Φουντάρισε. Έξω ο κόσμος μυρμηγκιά. Η φιλαρμονική έπαιζε εμβατήρια. Ανεβήκανε με τη βάρκα απάνω οι αρχές της πόλεως. Κι από μέσα βγήκανε καμαρότοι με άσπρες μπλούζες, δίσκους και ποτηράκια, και κερνούσανε τον κόσμο σοκολατάκια και κονιάκ Κουτελίτη.

Ήτανε λεπτό και καλοσχεδιασμένο βαπόρι το Ηλιούπολις. Αμπάσο και συμματζέβελο. Στελάδο. Η γέφυρά του με ξύλινη επένδυση ήταν μια σταλιά. Μια μικροσκοπική τιμονιέρα και δυο φτερά, στενάχωρα και κείνα. Στην κόντρα γέφυρα, πάνω από την τιμονιέρα, ξεχώριζε μια μπρούτζινη πυξιδοθήκη. Είχε μια μόνο μηχανή, και οι μανούβρες του ήτανε δύσκολες. Η συνεννόηση ανάμεσα γέφυρα και πρύμη γινότανε με σφυρίχτρες.

Δεν μπορούσε το βαπόρι να ζυγώσει και να δέσει, γιατί η προκυμαία ήταν ανατιναγμένη από τους Γερμανούς. Φουντάριζε στη μέση του λιμανιού και δίπλα του, αριστερά, δεξιά, πέφτανε οι χοντρές μαύρες μαούνες με τα εμπορεύματα και τα βαριά μπαγκάξια. Τα παίρναν απάνω τα βίντσια του βαποριού. Τούτο ήταν ευθύνη των φορτοεκφορτωτών, που η κοινωνία τους έλεγε απαξιωτικά χαμάληδες. Ήταν ένα συνεργείο. Ο κουμανταδόρος αρχιεργάτης, ο χειριστής του βαρούλκου, οι χειριστές του βιντσιού και οι φορτωτές (οι κυρίως χαμάληδες), τόσοι στη μαούνα μέσα και τόσοι βαθιά στο αμπάρι. Έκανε σήμα με το χέρι ο αρχιεργάτης και ο χειριστής του βαρούλκου τραβούσε το μοχλό. Ο ανυψωτήρας ανέβαινε μ’ ένα δίχτυ από χοντρό σκοινί κρεμασμένο πάνω στο σιδερένιο κρίκο του. Σήμα με το χέρι του αρχιεργάτη και οι χειριστές τραβούσανε το βίντσι να το φέρουνε έξω από το βαπόρι. Ακούγονταν οι μακαράδες στριγκοί. Σήμα με το χέρι και ο ανυψωτήρας κατέβαινε ίσαμε τον πάτο της μαούνας. Οι εργάτες, οι φορτωτές, ξεκοτσάριξαν από τον κρίκο το δίχτυ και τακτικά στοίβαξαν μέσα του τα όποια εμπορεύματα και τον ξανακοτσάριξαν. Ανάποδη κίνηση και η σαμπάνιά, έτσι λεγόταν το φορτωμένο δίχτυ, ανέβαινε ψηλά αιωρούνταν πάνω απ’ τα κεφάλια και κατέβαινε με ακρίβεια βαθιά στα σπλάχνα του βαποριού στο αμπάρι. Οι εργάτες εκεί ξεφορτώνανε και το σαμπάνι ανέβαινε άδειο.

Ήταν μια έξοχη χορογραφία που διευθύνονταν μόνο από τα χέρια του αρχιεργάτη χωρίς σύγχυση και παραγγέλματα περιττά. Για μουσική της είχε τα στριγκά στροβιλίσματα των μακαράδων, το συριστικό ήχο του βαρούλκου και τα χοντρά αστεία που τα σφεντόνιξαν σαν πέτρες στον αέρα, και τους έκαναν να γελάνε χωρίς να ξεφεύγουν τοσοδά από την κίνησή τους. Είχε τόση σοβαρότητα, τόση τάξη, τόση τέχνη και γρηγοράδα η χορογραφία τους αυτή, που θα μπορούσαν να δώσουν μαθήματα στην κοινωνία που τους έλεγε απαξιωτικά χαμάληδες… Τους θυμάμαι με νοσταλγία και αγάπη! Τραχιές, γνώριμες φυσιογνωμίες, που όταν σε χαιρετούσαν είχαν μια συστολή – γιατί ήταν χαμάληδες;- και μια απίστευτη ευγένεια στο πρόσωπο.

Οι άνθρωποι ανεβαίνανε και κείνοι με τις βάρκες. Ήταν κάτι μεγάλες κωπήλατες βάρκες που τις χειρίξονταν λιμανιώτες ωραίοι βαρκαραίοι. Ένας τους λεγόταν Σατανάς. Ένας άλλος, στην ταβέρνα, καθώς τα ’πίνε με το σινάφι του, πάνω στην κουβέντα, για να βεβαιώσει του λόγου το αληθές, ορκίστηκε: «μα τα ταξίδια που κάνω!…». Κι ήταν, στ’ αλήθεια, ολόκληρο περιπετειώδες ταξίδι εκείνο το πέρασμα από την ανατιναγμένη προκυμαία στην πλευρική σκάλα του βαποριού.

Οι ανθρώποι τσουπωτοί μέσα στη βάρκα πιάνανε όλο τον τόπο. Κρατιόνταν σφιχτά από τους πάγκους και τα παραπέτα κι αφήνανε μόνο-μόνο στη μέση χώρο για το βαρκάρη. Όρθιος εκείνος, με το τσιγάρο κολλημένο στα χείλια, έλαμνε αργά και δυνατά. Οι φλέβες στα αντιβράχιά του φουσκώναν και σαλεύανε σα φιδόπουλα. Με το παραμικρό σάλεμα της βάρκας πάνω στο γαλήνιο λιμανίσιο νερό οι γυναίκες κατάχλωμες τσιρίξανε. Οι άντρες μένανε αμίλητοι και σοβαροί, πολύ σοβαροί.

Το πήδημα από τη βάρκα στην πλατφορμίτσα της σκάλας ήταν το πιο δύσκολο μέρος. Οι άντρες πιάνονταν από το χέρι του ναύτη και δίνανε μια: πέρναγαν. Οι γυναίκες, θέλανε δε θέλανε, περνούσανε σηκωτές από τα στιβαρά χέρια του βαρκάρη στα πρόθυμα χέρια του ναυταριού. Μόλις πια σιγουρεύονταν πάνω στη σκάλα, βάζανε τη φωνή:
– Μαρή Λιφτιρίααα, του καλάθ’… του καλάθ’ μι τουν πιτ’νό…

Και η Ελευθερία, στη βάρκα ακόμα, σήκωνε το καλάθι, το σκεπασμένο με ραμμένο κάμποτο που άφηνε ίσα ίσα να βγαίνει το κεφάλι ενός κατάπληκτου με τα καμώματα των ανθρώπων πετεινού, και χέρι χέρι το πασάριζε ψηλά.

Αυτά την εποχή εκείνη…
Το Ηλιούπολις εκτός από τα άλλα επανέφερε και τις κοινωνικές τάξεις.
Πρώτη θέση: πολυτέλεια και βελούδο, οι καμαρότοι λυγάγανε τη μέση. Δεύτερη θέση: άνεση και συνθετικό δέρμα, οι καμαρότοι σκύβανε το κεφάλι. Τρίτη θέση: ανύπαρκτη. Οι άνθρωποι βολευόντουσαν όπου βρίσκανε απάγκιο, και τα καταστρώματα λίγο να ’βάζε καιρό γεμίζανε ξερατίδι. Έτσι.

Και το Ηλιούπολις πήγε, ήρθε, γρήγορα το συνηθίσαμε. Ξέραμε: κάθε Σάββατο στις 2 το μεσημέρι θα ’φεύγε από τον Πειραιά. Και κάθε Κυριακή στις 10 το πρωί θα ’φεύγε απ’ το Βαθύ της Σάμου.

Μετά τον πόλεμο και την ανεμοζάλη, το θανατικό και την απελπισία, είχε ξανάρθει η τάξη του κόσμου. Η ειρήνη.
Και ο Τυπάλδος σε λίγο καιρό έφερε κι άλλο βαπόρι, ένα κοντοστούπικο άσκημο βαποράκι: το Ιόνιον. Σαπάκι του 1895. Στη φαβέ τσιμινιέρα του το AT. Μια δρασκελιά όλο κι όλο. Πάνω στην έρημη μικροσκοπική του γέφυρα ταξίδεψα μ’ ένα αγαπημένο όμορφο κορίτσι -καλή του ώρα. Το τσουχτερό σκοτάδι του Αιγαίου πελάγους μάς βελόνιζε τα μάγουλα κι η θέρμη των νεανικών κορμιών μας κάτω απ’ την κουβερτούλα μάς σύμπλεκε και μας εξαΰλωνε. Η πλάση όλη ήταν δικιά μας. Αγκαλιαστοί κοιτάζαμε το στερέωμα και ψιθυρίζαμε τα ονόματα των αστερισμών: Ανδρομέδα… Κασσιόπη… Μεγάλη Άρκτος… Πήγασος… Ψάχναμε και βρίσκαμε την ουρά της Μικρής Άρκτου. Ο πολικός αστέρας ήταν πάντα εκεί. Τίποτα δεν είχε αλλάξει. Το σύμπαν ήταν στη θέση του και στο κέντρο του εμείς.

*

Τότε ήρθε στο νησί και το Κωστάκης Τάγιας. Βαμμένο ολόμαυρο για το θάνατο απάνω του κατά τις μετασκευές του τού Κωστάκη Τόγια. Πολύ τον έκλαψε τον Κωστάκη το Τογαίικο. Όμορφο βαποράκι λόρδικο κι αυτό, με μπαστούνι, 885 τόνων. Του 1911. Στο φουγάρο το σήμα του: μπλε με διαγώνιο άσπρο και απάνω το κεφαλαίο Τ. Δούλεψε κάμποσα χρόνια στη γραμμή μας, κι ύστερα άλλαξε χέρια και όνομα, και σαν Μαριλένα, του Λαγά, γύρισε πάλι για να δουλέψει ίσαμε το 79 που έγινε 68 χρονών. Και πήγε για διάλυση.

Ο καπετάνιος του Κωστάκης Τόγιας είχε στενή φιλία με τον ηγούμενο της Μονής του Κότσικα. Τούτος ο ηγούμενος, ο παπα-Διονύσης, έχει μείνει ιστορικός για την γκροντέσκα αθυροστομία του, την ετοιμολογία του και το εύθυμο του χαρακτήρα του. Και για τη μεγάλη αδυναμία του προς το ευλογημένο κρασάκι -το αίμα του Χριστού- και προπαντός για το ασθενές φύλο. Από δω και το δριμύ, σαμιώτικα εκφωνούμενο, παραγκώμι του: ου παπα- Πτσάς!…

Ο Κωστάκης έφτανε στο Βαθύ αργά το Σαββάτο. Έμενε δεμένος, και την Κυριακή πρωί σαλπάριζε για τον Πειραιά. Το Μέγα Σάββατο σήκωνε ηλεκτρική γιρλάντα και με το Χριστός Ανέστη σφύριζε πανηγυρικά με τη βαθύφωνη δυνατή μπουρού του. Ο καπετάνιος του ντυμένος την καλή στολή του παρακολουθούσε την ακολουθία της Αναστάσεως στου φίλου του, στο μοναστήρι του Κότσικα. Χωρίς την παρουσία του καπετάνιου, Ανάσταση δε γινότανε.

Έτυχε λοιπόν εκείνο το Μέγα Σάββατο το Κωστάκης για κάποιο λόγο να αργήσει. Η ανοιξιάτικη νύχτα προχώραγε, ο πελαγίσιος ελαφρύς αέρας χάι- δευε τον κάβο του μοναστηριού. Η ψαλμωδία άπλωνε κι έσβηνε σε επάλληλους κύκλους. Ο παπα-Διονύσης είχε βάλει οπτήρες να κοιτάνε κατά τον κάβο των Αυλακιών. Ρώταγε:

Φάν’κι, βρε σεις, ου Κουστάκς;…

Όοοοχ’, αποκρίνονταν εκείνοι.
Η ακολουθία είχε φτάσει στην παννυχίδα: «Κΰματι θαλάσσης τον κρύψαντα πάλαι διώκτην τύραννον…». Ο παπα-Διονύσης αγωνιούσε. Η παννυχίδα έφτανε στο τέλος της: «Μη εποδύρου μου μήτερ…».
-Φάν’κι, βρε σεις;…
-Όοοοχ’…
Κι ο ο παπα-Διονύσης:
Ξανακυματίστι του…
Κι οι ψαλτάδες πάλι:
«Κύματι θαλάσσης….»

Όμως ο Κωστάκης δε φαινότανε. Τέλειωσε πάλι η πανυχίδα. Τίποτα. Είχαν περάσει τα μεσάνυχτα. Στο μοναστήρι επάνω φτάνανε τα μπουμπουνητά της Αναστάσεως απ’ το Βαθύ. Ο παπα-Διονύσης δεν έλεγε να αναστη- σει. Οι ψαλτάδες, το πήρανε απ’ την αρχή και το ξετύλιγαν όσο αργά γινότανε. «Κύ-μα-τι θαλά-ά-ά-ά-σης…»

Και κάποτε -νάτα!- φανήκανε απ’ τ’ Αυλάκια τα πλοηγικά του Κωστάκη.
Αξάντ’σι… αξάντ’σι… βάλανε τις φωνές οι οπτήρες.
Και το βαποράκι, πλέοντας πάση δυνάμει, ζύγωσε γοργά, πέρασε από κάτω, σφύριξε κοφτά τρεις φορές: «βάστα -δηλαδή- παπά κι έρχουμαι», και μπήκε στο λιμάνι. Έδεσε γρήγορα.

Το Βαθύ ανεστραμμένο πάνω στο γαλήνιο νερό έλαμπε. Ο Κωστάκης χαιρέτισε μακρόσυρτα με την μπασαδούρα του, άναψε την ηλεκτρική γιρλάντα, κι ο καπετάνιος του με την καλή του μπλε στολή, τα γαλόνια και τα χρυσά κουμπιά, βγήκε με τους αξιωματικούς του, μπήκε στο ταξί που τον περίμενε, κι έφυγε για τον Κότσικα.
Ο παπα-Διονύσης καλωσόρισε γελαστά το φίλο του, κι έλυσε τους δικούς του κάβους: ανάστησε λάμποντας και κείνος.

*

Και σε λίγο καιρό πάλι ο Τυπάλδος έφερε από τις μεγάλες λίμνες της Αμερικής, την Ίρι και την Οντάριο, δυο αδελφά βαπόρια, ολόιδια: το Αιγαίον και το Αγγέλικα. Βαπόρια αρχοντικά 3.000 τόνων, με πανύψηλα φουγάρα, με σάλες και τραπεζαρίες σαν υπερωκεάνιου. Η πρώτη θέση είχε χαλιά παχύτατα και στο σαλόνι άκρη πάντα ένα παλαιικό μαόνινο μπαρ μ’ έναν τεράστιο κατρέφτη, όπως στα καουμπόικα σαλούν που βλέπουμε στους κινηματογράφους. Πολυθρόνες βαθύτατες, που, άμα βούλιαζες μέσα τους, δε σου ’κάνε καρδιά να σηκωθείς, κι απ’ όπου, μέσα από μεγάλες τζαμαρίες, έβλεπες το δρόμο του βαποριού, τις στεριές και τα κύματα. Η τρίτη θέση, στο κήτος, είχε δίπατες ξυλένιες κουκέτες που παίρναν όσους είχανε το θάρρος να κατεβούνε ίσαμε κει κάτω. Η ανάμεικτη, μπόχα ήταν αβάσταγη. Κάτι ασθενικά λαμπάκια σπάγανε το συμπαγές σκοτάδι, και ως κατέβαινες τις απότομες σιδερένιες σκάλες καταλάβαινες πώς πρέπει να ’ταν τα πράματα στις μεσαιωνικές γαλέρες.

Το Αιγαίον όταν ήρθε είχε έναν καπετάνιο το ίδιο αρχοντικό με το πλοίο. Ήταν υψηλότατος και αδύνατος. Η στολή του πάντα στην τρίχα. Τα χρυσά γαλόνια στα μανίκια του, οι κλάρες στο πηλήκιο, ίδιος ναύαρχος έμοιαζε. Στεκόταν ευθυτενής στην εκτεταμένη γέφυρα του βαποριού και κυβερνούσε παραδοσιακά:
– Ηρέμα η πρόσω… Πηδάλιον, δεξιά τριάντα… Όπισθεν ημιταχώς… Αμφότεραι κράτει… Πόντισον…

*

Στο μεταξύ διάστημα που έφερνε τα βαπόρια του ο Τυπάλδος, ήρθαν, εκεί το καλοκαίρι τού 1952, από την Ιταλία και τα βαπόρια των ιταλικών πολεμικών επανορθώσεων. Ήταν αυτά εξ: τέσσερα των 1.200 τόνων και δυο των 3.000 τόνων. Ναυπηγηθήκανε στα ναυπηγεία Ανσάλντο του Λιβόρνο, και μας παραδοθήκανε πλήρως εξοπλισμένα. Και με το κουταλάκι του γλυκού στα συρτάρια τους. Ήταν και ονοματισμένα. Τα δυο μεγάλα ήταν το Αχιλλεύς και το Αγαμέμνων. Και τα τέσσερα μικρά ήταν τα ολόιδια Μιαούλης, Κανάρης, Καραϊσκάκης, και το Κολοκοτρώνης δυο μέτρα μακρύτερο.

Το ΚαραϊσκάκηςΉτανε θαυμάσια βαπόρια. Με ένα μοντέρνο προχωρημένο σχέδιο, κοντή τσιμινιέρα αεροδυναμική, καμαρωτή πλώρη, γέφυρα ζωγραφιστή, και πρύμη κοριτσίστικη. Αστράφτανε ολοκαίνουργια. Μέσα ήταν όλο μαόνι. Η πρώτη θέση ήταν σχεδιασμένη για τους λίγους και τους εκλεκτούς. Έμοιαζε με το ακομοντέσιον κότερου πολυτελείας. Θυμάμαι, έβλεπα εκειμέσα δεσποτάδες, βουλευτές, νομαρχαίους, γνωστούς και άγνωστους παραλήδες, ανθρώπους γραβατωμένους στην τρίχα. Τους έβλεπα το πρωί που φτάναμε να βγάζουν από κάτι μεγάλα πορτοφόλια χαρτονομίσματα χοντρά και να τα δίνουν πουρμπουάρ στον αρχικαμαρότο. Εκείνος άψογος χαμογελούσε αδιόρατα, έκανε μικρή μετάνοια και βούταγε το χρήμα: το εξαφάνιζε ταχυδακτυλουργικά. Η δεύτερη θέση, ξύλινη κι αυτή, ήτανε καλαίσθητη και βολική. Και η “τουριστική” ήταν ανθρωπινή. Στο σαλόνι της πρώτης θέσης, απέναντι από τη λουσάτη γυριστή σκάλα, δέσποζε μια καλαίσθητη ρεπροντιξιόν απ’ τις γνωστές προσωπογραφίες του ήρωα που το όνομά του είχε το κάθε βαπόρι. Οι πόρτες της τραπεζαρίας ήταν κρυστάλλινες μ’ ένα εξαίσιο ναυτικό ταγιάρισμα.

Τα βαπόρια δημοπρατηθήκανε. Πήρε τα δυο μεγάλα και τα τρία μικρά ο Νομικός -Θηραϊκή Ατμόπλοια- και το Κολοκοτρώνης ο Ποταμιάνος -Νέα Ηπειρωτική Ατμόπλοια. Ο Νομικός τα άφησε έτσι όπως ήρθανε. Κάτασπρα σα γλάρους, μ’ ένα γαλάζιο Ν στην κοντή τσιμινιέρα. Τους άφησε και τα ονόματά τους. Ο Ποταμιάνος το έβαψε μαύρο μ’ έναν ιδιότυπο σταυρό στην τσιμινιέρα, και κοντά στον Κολοκοτρώνη έβαλε και το πατρογονικό του όνομα. Έτσι το βαπόρι λεγότανε πια “Γεώργιος Ποταμιάνος/Κολοκοτρώνης”. Στο σαλόνι της πρώτης θέσης έβαλε μια μεγάλη προσωπογραφία του ευτραφούς γενάρχη.

Τα δυο μεγάλα βαπόρια μπήκαν σε γραμμές της Αδριατικής, και τα λέγανε Μεσογειακά, και τα τέσσερα μικρά γεμίσανε με την παρουσία τους το Αιγαίο. Ερχόντουσαν και στη Σάμο.

Τα άσπρα του Νομικού -συνηθέστερα ο Καραϊσκάκης φεύγανε   από τον Πειραιά το Σάββατο. Και ο Γεώργιος Ποταμιάνος/Κολοκοτρώνης την Τετάρτη.
Με τα εξαίσια εκείνα βαπόρια ταξίδεψα κατά τα φοιτητικά μου χρόνια άπειρες φορές. Τι και τι δεν έζησα, νιο παλικαρόπουλο, εκεί μέσα!

Εκείνη τη χρονιά για κάποιο λόγο είχα ξεμείνει στην Αθήνα κατά τη Μεγάλη Εβδομάδα, και μπάρκαρα για το νησί το μέγα Σάββατο. Το καράβι ήταν ο Μιαούλης -ως έμαθα- και θα ’κάνε το πρώτο του ταξίδι στη γραμμή μας. Ενθουσιάστηκα. Από έναν έμπορο ελιών στον Πειραιά που είχε νιτερέσα με τον πατέρα μου, προεξοφλώντας τις μεταπασχαλινές φοιτητικές “αποδοχές” μου, οικονόμησα το απαραίτητο χρήμα, και μ’ αυτό ένα εισιτήριο πρώτης θέσεως! Μάλιστα τα παιδιά του πρακτορείου, ως πατριωτάκια και φίλοι, μου κόψανε εισιτήριο πολυτελείας, καμπίνας μονόκλινης. Ήταν το μεράκι μου αυτό. Έκανα όλο το χρόνο αιματηρές οικονομίες για να μπορέσω δυο φορές -μια πήγαινε και μια έλα- να ταξιδέψω στην πρώτη θέση.

Το πράμα τότε ήταν σοβαρό. Αισθανόσουνα λόρδος. Άνεση και πολυτέλεια. Θα πεις, είχε σημασία να αισθάνεσαι λόρδος; Πώς δεν είχε! Άμα λογαριάσεις τη φρίκη μες στην οποία ζήσαμε την εφηβεία μας και τις μίζερες και στερημένες συνθήκες που ακόμα ζούσαμε!..

Περιφερόμουνα, σπουδαίος, στα καταστρώματα, αγνάντευα τα νησιά και τα νησόπουλα του Αιγαίου, έβλεπα στα λιμάνια τις βενζινάκατες να παίρνουν και να φέρνουν κόσμο, τις μπίγες ν’ ανεβάζουν τα εμπορεύματα. Όταν μπαίναμε και όταν βγαίναμε, τρύπωνα στη γέφυρα -ως λόρδο δε με προγκούσαν- και παρακολούθαγα γοητευμένος τις κινήσεις. Με εντυπώσιαζε η φωνή του καπετάνιου, έτσι που του ερχόταν σε κάθε πρόσταγμα σαν ηχώ πίσω. Και το βαπόρι -ολάκερο θηρίο- υπάκουε πειθήνια. Φουντάριζε με ακρίβεια ή έστριβε από το μόλο και ανοιγότανε σταθερά στο πέλαγος. Άραζα, καθώς ταξιδεύαμε, έξω στην ξαπλωτούρα, το λίκνισμα του πλοίου με χαλάρωνε.

Ήταν πολύ ωραία. Όταν έβαζε αεράκι, πήγαινα στο σαλόνι -ήταν κατά κανόνα άνετο- βούλιαζα στην πολυθρόνα, έπινα γουλιά-γουλιά τον καφέ μου, κάπνιζα με απόλαυση και διάβαζα Οδυσσέα Ελύτη. Τι άλλο ήθελα! Οι άνθρωποι στα τραπεζάκια ένα γύρω, για κάποιο λόγο μιλούσαν χαμηλόφωνα σε κείνα τα σαλόνια της πρώτης θέσης. Δεν ξέρω γιατί, ίσως επειδή ήταν πολύ καθωσπρέπει.

Το βαπόρι ξημερωνόταν συνήθως στο στενό της Ικαρίας. Σενιαριζόμουνα νωρίς νωρίς, έκανα ένα χλιαρό ντους και πήγαινα στο σαλόνι. Τα τραπέζια ήταν κιόλας στρωμένα στην εντέλεια. Ένας καμαρότος ντυμένος στα χάσικα και με τον όρθιο γιακά σφιχτοκουμπωμένο ερχόταν ευγενικά να πάρει παραγγελία. Παράγγελνα έναν βαπορίσιο “καφέ κομπλέ”!… Ερχότανε ο “κομπλέ”, ολόκληρη διαδικασία. Φλιτζάνι και πιατάκια πορσελάνινα, καράφα και ποτήρι κρυστάλλινα, όλα με το σήμα της εταιρίας απάνω, ο καφές, το γάλα σε σκεύη από γυαλισμένο αλπακά, με το σήμα κι αυτά. Το παγωμένο βούτυρο, η ξανθή μαρμελάδα, άσπρο ψωμί φρυγανιασμένο, και νόστιμο κατά κανόνα κεκ. Πολυτέλεια μεγάλη. Και για καπάκι ένα αχλάδι!… Για όλα αυτά ένα εικοσάρι τότε.

Απ’ το παράθυρο έξω βημάτιζε με την ταχύτητα του βαποριού η Σάμος, ολοπράσινος και βαθιά χαραγμένος ο κορμός της κι από πάνω γκρίζος και σμιχτοφρύδης ο φαλακρός γερο-Κέρκης.
Ήταν απόλαυση.
Έτρωγα και χαιρόμουνα. Το βούτυρο!… Γύρευα και δεύτερη μερίδα. Μεγάλη τότε υπόθεση το φρέσκο βούτυρο! Και στο τέλος έκανα εξάσκηση στα “ευγενικά” μου. Καθάριζα επιμελώς το αχλάδι με το μαχαίρι και το πιρούνι. Λόρδικα -είπαμε- πράματα.
Και τότε το καράβι σφύραγε.
Άναβα τσιγάρο. Άσσος -παρακαλώ- Παπαστράτου για την περίπτωση!
Ο κάβο Σκίνος με χαιρέταγε χαρούμενος, το φανάρι τού μεγάλου μόλου μού έγνεφε «καλώς τον», και η άπλα της καρλοβασίτικης παραλίας χύνονταν σαν σερπαντίνα ως πέρα. Το οξυκόρυφο Κάστρο, λες και με περίμενε, με χαιρέταγε από μακριά και κείνο.
Έτσι.
Έλεγα λοιπόν πως κείνη τη χρονιά είχα ξεμείνει, και θα ταξίδευα Μέγα Σάββατο με τον ολοκαίνουργιο Μιαούλη. Ανέβηκα στο βαπόρι από την πλευρική του σκάλα και τι ήτανε κείνο!

Τότε οι θέσεις, ήτανε θέσεις, δε χωρατεύανε. Μέσα εκεί όλα λάμπανε. Στάθηκα μπροστά στη ρεσεψιόν. Με την τριμμένη περιβολή μου και τη χαρτονένια πράσινη βαλίτσα, όσο να ναι, ένιωθα άβολος. Ένας ψηλοτάβανος θαλαμηπόλος κυριαρχούσε εκεί. Η ζακέτα του ήταν εκτυφλωτικά άσπρη και σιδερωμένη σα να πέρασε οδοστρωτήρας από πάνω. Τα γαλόνια του ήταν τεράστια μπλε με τρία μεγάλα ασημένια άστρα. Ήταν ο αρχιθαλαμηπόλος αυτοπροσώπως!

Με κοίταξε δύσπιστος και φανερά ενοχλημένος, έτοιμος να μου πει πως έκανα λάθος. Όμως εγώ του ξάμωσα με κάτι σαν πρόκληση το εισιτήριο. Το πήρε εκείνος, το κοίταξε καλά καλά, και άλλαξε στη στιγμή ύφος. Σου λέει: τούτος εδώ ο ελαφρώς λέτσος για να χει τέτοιο εισιτήριο κάτι θα ναι, μην το ψάχνεις, το εισιτήριο έχει σημασία, όχι ο άνθρωπος. Και μου χαμογέλασε άκρως επαγγελματικά. Κι έγνεψε σ’ έναν παρακατιανό, στην τρίχα και κείνον.
– Πήγαινε τον κύριο στο 9… είπε.
Αυτό το 9 ήταν μια μικροσκοπική καμπίνα όλο μαόνι και νίκελ. Είχε ένα μεγάλο παράθυρο που έβλεπε έξω στο πάνω κατάστρωμα. Όλα ήταν καινούργια ακόμα. Σχεδόν αμεταχείριστα. Η κρυστάλλινη καράφα και το ποτήρι που σκέπαζε το λαιμό της καράφας, οι χνουδωτές πετσέτες με το σήμα της “Θηραϊκής Ατμοπλοΐας” απάνω, η κουβέρτα στα πόδια της κουκέτας, το λαβομάνο, η κουρτίνα, η πλαφονιέρα, όλα τέλος πάντων. Όταν πήγα να ξεδιπλώσω το λευκότατο σεντόνι, ήταν τόσο πιεσμένο από την πρέσα που έκανε χρατς, σα να σκίστηκε, όταν το άνοιξα.

Σε παρόμοια καμπίνα -του Καραϊσκάκη- ταξίδεψα και παραύστερα. Ήταν και μια ολόξανθη ηλιαχτίδα του βορρά. Μπήκε στη Μύκονο. Η καμπίνα ήταν στενή, η τουαλετούλα ίσα μας χώραγε. Οι τρυπίτσες του αστραφτερού ντους ήταν πολύ πολύ ψιλές και η πίεση του νερού πολύ μεγάλη. Πονούσαμε, σα να μας τρύπαγαν μυριάδες λεπτές λεπτές βελόνες. Φωνάζαμε όλο νιάτα και γελούσαμε. Οι σταγονίτσες του νερού λαμπύριζαν στα ματόκλαδά της.

Ο Μιαούλης σαλπάρισε κανονικά στις δύο. Έπιασε Σύρα, Τήνο, Μύκονο, κι αργά νύχτα ανοίχτηκε στον άκακο Τσικνιά.
Γαλήνη.
Ο καιρός ασάλευτος, και η θάλασσα ολόστρωτη. Τα δορυφορικά κύματα του βαποριού ξεδιπλώνονταν μαλακά πάνω στη μαύρη επιφάνεια του νερού, κι ανοίγανε γωνιακά, και χάνονταν στο σκοτάδι. Το βαπόρι ήταν ήσυχο, οι επιβάτες λαγασμένοι.

Το ΣαμίναΖυγώνανε τα μεσάνυχτα, και τα μεγάφωνα αρχίσανε να μεταδίδουνε την αναστάσιμη λειτουργία απ’ τη Μητρόπολη της Αθήνας. Ο κόσμος φάνηκε ν’ ανασαλεύει στα καταστρώματα. Η γλυκιά ψαλμωδία άπλωσε στο σκοτάδι. Το ηχητικό τράνταγμα των μηχανών κράταγε το ίσο.

Και, μακρινό, σβησμένο μέσα στα παράσιτα, μόλις ξεδιάλυνε το παράγγελμα: «παρουσιάστε άρμ!». Αμέσως η φωνή του Δεσπότη: «Και διαγενομένου του Σαββάτου…». Και τα μεσάνυχτα ακριβώς, με το «Χριστός Ανέστη», και το μακρινό ήχο της στρατιωτικής μπάντας, ανάψανε όλα τα πρυμήσια φώτα τού βαποριού, η σειρήνα του άρχισε να συρίζει επαναληπτικά, ο λοστρόμος να χτυπάει το καμπανάκι της πλώρης, και κάτι ναύτες να ρίχνουν κρουστά βαρελότα πάνω στην τσιμινιέρα. Φωτοβολίδες βέβαια δε ρίξανε, μην ανησυχήσουνε τα άλλα βαπόρια που αθέατα, πίσ’ απ’ τον ορίζοντα, ταξιδεύανε και κείνα.

Ώρα ευφρόσυνη, ένα ελληνικό βαπόρι ολόφωτο στη μέση του ελληνικού Αιγαίου να γιορτάζει το ελληνικό Πάσχα!

Εν τω μεταξύ οι καμαρότοι είχαν στρώσει στις τραπεζαρίες, και ο πλοίαρχος προσκάλεσε απ’ τα μεγάφωνα τον κόσμο. Όλον τον κόσμο, ανεξάρτητα από θέση. Τότε -είπαμε- οι θέσεις ήταν ακόμα ερμητικά χωρισμένες. Πρώτη, δεύτερη, τουριστική και κατάστρωμα. Θυμάμαι ένα γεροντοπιό πατριώτη μας στην πόρτα της δεύτερης θέσης να ψιλοσπρώχνει τη γριά του και να της λέει με απροσδόκητη τρυφερότητα:

-Έλα μαρή, μπες μέσα, δε θα σι φάνι πλια!…

Οι επιβάτες ήτανε λίγοι. Καθίσανε άνετα. Είχανε πρόσωπα γελαστά. Οι καμαρότοι σερβίρανε ζεστή μαγειρίτσα, ανοίξανε και μπουκάλια κρασί και βάλανε στα τραπέζια φρουτιέρες με κόκκινα αβγά. Ευχές και τσουγκρίσματα. Κι ο καπετάνιος, ένας πληθωρικός και ανοιχτόκαρδος άνθρωπος, με μπλάβο πρόσωπο, φορώντας την καλή στολή του -παρατήρησα είχε και διάσημα πολεμικών παρασήμων στο στήθος- πέρασε με τους αξιωματικούς του ένα ένα τα τραπέζια, και με έναν έναν τους επιβάτες τσούγκρισε το αβγό.

-Χρόνια πολλά πατριώτη και χαρούμενα. Κι ό,τι ποθείς να το χεις.
-Παρουμοίους καπιτάνι μ’. Αληθώς ου Κύριους. Χρόνια σ’ πουλά κι καλά ταξίδια να ’εις… αποκρίθηκε με άπεφθη κοντακιώτικη προφορά ο γεράκος με τη διατακτική κυρά. Και συνέχισε:
-Η Παναϊά στην πρύμ’ σ’ κι ου Μεγαλέξαντρους στου τ’μόν’ σ’!… (η ευχή του καταγράφεται εδώ, όπως ακριβώς την άκουσα).
Είναι κάτι ώρες στη ζωή που σε κάνουν ν’ απορείς, και να λες: «έλα Χριστέ και Παναγιά (και Μεγαλέξαντρε) όμορφος που ναι ο κόσμος!…».

… Κίνησα για πίσω, την Κυριακή του Θωμά. Ήταν πάλι ο Μιαούλης.
Ανέβηκα ευθύς να παρακολουθήσω, κατά το συνήθειό μου, τους χειρισμούς. Είδα αμέσως πως στη γέφυρα ήταν νέος καπετάνιος. Τι έγινε ο άλλος, ο πασχαλινός, με το μπλάβο πρόσωπο; Ρώτησα, έμαθα: Φόρτωνε το βαπόρι στον Πειραιά. Ο καπετάνιος είχε μια διαφορά με το φορτωτή. Λογομαχήσανε, οι τόνοι ψηλώσανε, κι απάνω που ήταν να ’ρθούνε στα χέρια, τού ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι τού καπετάνιου, ζαλίστηκε και σωριάστηκε. Ξεψύχησε πάνω στη γέφυρά του. Θεός σχωρέστον τον καλό τον άνθρωπο. Η χαρά στη ζωή δεν είναι παντοτινή.
Έτσι με τα αλησμόνητα εκείνα βαπόρια των πολεμικών επανορθώσεων.

Ύστερα ήρθανε κι άλλα βαπόρια. Κι άλλα.

Το Δελφίνι, μετασκευασμένη γερή εγγλέζικη κορβέτα του πολέμου -που σε μια φάση, στο Καρλόβασι, αντί να κάνει «πρόσω» έκανε «ανάποδα» και μπρος στα έκπληκτα μάτια μας καβάλησε με την πρύμη του την προκυμαία. Ο καπετάνιος του μη έχοντας τι άλλο να κάνει, έχωσε -τον είδαμε- το πηλήκιό του βαθιά στο κεφάλι του.

Και άλλα βαπόρια. Εκείνα των Συριανών Αδελφών Φουστάνου: το πολις -που ναυάγησε στην Σύρα χωρίς ευτυχώς θύμα κανένα-, το Παντελής με τα δυο φουγάρα, το Δέσποινα: ένας σκυλοπνίχτης της κακιάς συφοράς, 900 τόνων, που ωστόσο ό,τι καιρό και να ’κάνε τ’ άκουγες να σφυρίζει πάντα στην ώρα του και να προβάλλει από τον κάβο Σκίνο. Όταν με κανένα εφτάρι-οχτάρι μποφόρ έμπαινε στο λιμάνι, έτσι μικρό και βέργουλο που ήταν, οι άνθρωποι όλοι μέσα ήταν παραντουρισμένοι και ημιλιπόθυμοι, και το ξερατίδι κάλυπτε τα πάντα στις καμπίνες, στους διαδρόμους κι έξω στα καταστρώματα. Βρόμαγε και γένναγε την έσχατη αηδία. Αλλά είχε έρθει!…

Το Δέσποινα είχε έναν καπετάνιο θρύλο, τον Κυμιακό καπετάν Γιώργη τον Μπέη! Ήταν ένας μπασμένος στα χρόνια γελαστός άνθρωπος, κοντός και φαρδύς. Δε φορούσε ποτέ του πλοιαρχική στολή. Ένα τσαλακωμένο, γκρι πάντα, κοστούμι κι ένα αμφίβολα άσπρο ναυτικό καπέλο. Όλη του τη ζωή ως πλοίαρχος την είχε κάνει στο Αιγαίο. Προπολεμικά με τα όμορφα ποστάλια -περισσότερο με το Φρίντων του Ιγγλέση-, μεταπολεμικά με το Δέσποινα και προς το τέλος με τον Παντελή. Τώρα, γιατί δεν πήγε σε άλλα βαπόρια, πιο μεγάλα, πιο άνετα, πιο σύγχρονα; Άδηλον.

Το Αιγαίο το ήξερε πια ο καπετάν Μπέης σαν τη χούφτα του. Τα νησιά του και τα νησόπουλα, τα ξερονήσια και τους βράχους. Και τα κύματά του, τα θεόρατα κύματα της φουρτούνας του, κι αυτά τα γνώριζε. Τους μίλαγε. Και καθώς εκείνα σηκώνονταν πελώρια μπρος στη μικροσκοπική Δέσποινα, κάτι έλεγε εκείνος στον τιμονιέρη και τα μαχαίρωνε με την πλώρη του. Δεν έκανε πίσω με τίποτα.

Έφτανε στον φοβερό Τσικνιά, τον εύρισκε με δυναμωμένη γραιγοτραμουντάνα, χάση κόσμου, δεν χαμπάριζε. Πέρναγε τον κάβο Έβρο της Μυκόνου και ριχνόταν μες στα όλα. Κι όταν τον έβλεπες κείνες τις ώρες του ραγανιού, δε διέκρινες τίποτα στο πρόσωπό του. Καμιά ένταση, η καμιά ικανοποίηση. Μια φορά, μια σπάνια φορά με απίστευτη φουρτούνα, έτυχε και τον είδα, όταν παραβάλαμε τον κάβο Πάπα της Ικαριάς, και χαμογέλασε.

Ο καπετάν Μπέης δεν κρατούσε τους τύπους. Δεν καθόταν απομονωμένος στη γέφυρα σαν κάποιους άλλους πλοιάρχους άλλων βαποριών. Τούτος τα χε όλα αβέρτα. Κόσμος πολύς στη γέφυρα, άνθρωποι κάθε λογής, κι ανά- μεσά τους αυτός να κουβεντιάζει για τούτο και για κείνο, να χαραμπολεύει, να λέει τσουχτερά ναυτικά αστεία, και συγχρόνως να κυβερνάει. Το φερνε το καράβι -αυτό ήταν το μεγάλο του χούι- όξω, σχεδόν πάνω στα κρεμαστά βράχια των κυκλαδίτικων νερών, το ταξίδευε κόστα κόστα, και χαριεντιζόταν με τα γυμνόπλατα κοριτσόπουλα του καλοκαιριού.
Ζύγωνε στο Καρλόβασι.
Θα κοπιάσετε απ’ την καμπίνα μου μαμζέλ; (στα ελληνικά ή στα αγγλικά, αναλόγως) να σας κεράσω λεκουμάκι;… δεξιά το τιμόνι… να πιείτε ένα βερμουτάκι;… ημιταχώς και οι δύο… και χαλβαδοπιτούλα;… λάσκα… έχω και κάτι ωραίες κολόνιες!… ανάποδα η δεξιά, ολοταχώς πρόσω η αριστερά… βενετσιάνικες κολόνιες, μαγεία… δεξιά τιμόνι… και κάλτσες νάιλον… κράτει η αριστερά… αμερικάνικες, φίνες… κράτει και η δεξιά, μέση τιμόνι… και πού να δείτε τα μεταξωτά μου μαντίλια!… ανάποδα αργά και οι δύο… Ε; τι λέτε;…
Χι χι χι… η πιτσιρίκα.
Και το βαπόρι έστριβε από το μεγάλο μόλο, έμπαινε ήσυχα στο λιμάνι, έκανε μια ολόκληρη στροφή και ερχόταν με την πρύμη.
Κράτει και οι δύο… Φούντα.
Χυνόταν με σιδερένιο θόρυβο η καδένα της άγκυρας στο νερό, χτύπαγε ένα, δύο, τρία κλειδιά το καμπανάκι της πλώρης, και το βαπόρι με ανάποδα, και κάτω από τις σπιρτόζικες διαταγές του καπετάν Μπέη ερχόταν με απόλυτη ακρίβεια έξω. Πέταγε επιδέξια ο ναύτης από την πρύμη το βιλάι, ξετύλιγε στον αέρα τις σπείρες του εκείνο, και το σκοινοπλεγμένο βαρίδι του έσκαγε στην προκυμαία. Το πιάνανε οι απέξω, και με γρήγορες χεριές το φέρνανε απάνω. Τράβαγαν σβέλτα και το βαρύ κάβο και καπέλωναν την πίντα. Και τα χειριστήρια του “τηλέγραφου” πάνω στη γέφυρα του βαποριού χτυπάγανε και τα δυο κουδουνιστά: Κράτει.
Και η πιτσιρίκα χανόταν στην καμπίνα του βασταζούμενου καπετάν Μπέη να θαυμάσει τις βενετσιάνικες κολόνιες!… Και τα μαντίλια!

Στο νησί μας ήρθαν κι άλλα βαπόρια, αξέχαστα. Εκείνο το Μυρτιδιώτισσα, το άλλο το στιβαρό Κυκλάδες, πρώην γερμανική κορβέτα, το άλλο και το άλλο και το άλλο, το Μιμίκα. Αυτό το Μιμίκα του Λάτση, βαπόρι 1.150 τόνων, ήτανε γρήγορο. Έπιανε τα 19 μίλια. Έφευγε έντεκα το πρωί, ερχότανε κατευθείαν Άγιο Κήρυκο-Καρλόβασι-Βαθύ κι έφτανε έντεκα το βράδυ. Έκανε 12 ώρες, εκεί που τα άλλα κάνανε το ελάχιστο 18. Η Παρασκευή, που ερχότανε, ήταν για κείνους που ταξιδεύανε και για κείνους που περιμέναν στο νησί γιορτή: ήταν της Αγίας Μιμίκας!…

*

Ύστερα, ένας ιδιοφυής άνθρωπος -ονόματι Κώστας Ευθυμιάδης- είχε μια φαεινή ιδέα. Αγόρασε από το Σουηδό μεγιστάνα Όλαφ Βαλένιους ένα τάνκερ 19.000 τόνων, το Maria Gordon. Το ’φερε στον Πειραιά, και το μετονόμασε σε Φαιστός. Του άνοιξε μια μπουκαπόρτα, του ’βγάλε τους μπουλμέδες των δεξαμενών, και το ’κάνε το πρώτο μεγάλο κλειστό οχηματαγωγό. Φέρι μποτ. Το ’βάλε στη γραμμή της Κρήτης.
Και η Κρήτη έπαψε να είναι νησί.
Φορτωνόταν αποβραδίς η ντομάτα στην νταλίκα, και το πρωί ξεφορτωνόταν στη λαχαναγορά του Ρέντη. Επανάσταση! Οι άλλοι εφοπλιστές ζαλιστήκανε. Ο Τυπάλδος, -η Ατμόπλοια Αιγαίου δηλαδή- πρώτος, αντέδρασε. Είχε φτιάξει πολλά βαπόρια στο μεταξύ ο δαιμόνιος: Αδριατική, Λήμνος, Κρήτη, Χανιά, Ελλάς, Μύκονος, Ρόδος, Ηλέκτρα, Μεσόγειος, Ατλάντικα, το λιμάνι είχε γεμίσει φουγάρα στο χρώμα της φάβας με το AT επάνω. Έφτιαξε κι ένα κλειστό οχηματαγωγό, να χτυπήσει τον Ευθυμιάδη: το Σοφοκλής.  Δεν  του βγήκε όμως, η ταχύτητά του ήταν μεγάλη αλλά το γκαράζ του ήτανε μικρό. Κι έφτιαξε άλλο: το Ηράκλειον. Ήταν μεγάλο, και παρόλο φέρι μποτ, πολύ ωραίο βαπόρι, να το βλέπεις και να το καμαρώνεις. Όμως κακότυχο. Ματιασμένο.
Ανάμεσα στους δυο μεγάλους ξέσπασε θηριώδης ανταγωνισμός. Και μια άγρια νύχτα με αχαλίνωτο γραιγολεβάντε -8 Δεκεμβρίου του 1966- το Ηράκλειον, επιμένοντας να περάσει, μην χάσει το δρομολόγιο, δεν πόδισε, ως όφειλε, και εκεί, ανοιχτά από το βραχονησάκι Φαλκονέρα, λύθηκε στο αμπάρι μια φορτωμένη νταλίκα, χτύπησε την μπουκαπόρτα, την έσπασε -έτσι είπαν τότε- μπουκάρισε η θάλασσα, και βούλιαξε το ωραίο βαπόρι.

Χάθηκε το Ηράκλειον. Χάθηκε και ο Τυπάλδος. Πάνε και τα καράβια του, πάνε και τα φουγάρα του στο χρώμα της φάβας. Δεν ξανακούστηκε. Για χρόνια. Ακούστηκε πάλι το 1987, όταν ο “πρόεδρος” μιας εγκληματικής κομπανίας: της “εταιρίας των δολοφόνων”, του σκέπασε το πρόσωπο μ’ ένα μαξιλάρι και τον έπνιξε. Για να του φάει με ταχυδακτυλουργικό τρόπο την κληρονομιά.4 Στο Ηράκλειον πνίγηκαν 247.

Η αρχική επιτυχία των δυο μονομάχων, του Φαιστός και του Ηράκλειον, ερέθισε και τους άλλους εφοπλιστές, και τα βαπόρια στο Αιγαίο πήραν ν’ αλλάξουν. Ανοίξανε οι πλώρες τους, αλλονών ανοίξανε οι πρύμες, αρχίσανε να κουβαλάνε αυτοκίνητα και παντός είδους τροχοφόρα. Πάψανε να είναι καθεαυτού όμορφα βαπόρια. Γινήκανε άσκημα φέρι μποτ.

Μετά τη βύθιση του Ηράκλειον τα πράματα αλλάξανε ριζικά. Οι νησιωτικοί πληθυσμοί, με αρχή από το δεσπότη Κισσάμου και Σέλινου της Κρήτης Ειρηναίο, οδηγηθήκανε σε μια αυτοάμυνα. Αρχίσανε να γίνονται οι “εταιρίες λαϊκής βάσεως”. Να φέρνουν καινούρια βαπόρια, καινούρια δηλαδή στην μπογιά τα περισσότερα, αλλά δικά τους. Και μ’ αυτά ανταγωνίζονταν τους εφοπλιστές.

*

Μια τέτοια εταιρία “λαϊκής βάσεως”, την ΑΝΤΕΣΙ, κάναμε και στην πατρίδα μας, τη Σάμο. Οι μετοχές που κυκλοφορήσανε αγοραστήκανε αθρόως, κυριάρχησε μια ευφροσύνη, θα γινόντουσαν οι μέτοχοι ένα είδος αυτεξούσιοι μικροεφοπλιστές. Πήραμε δυο φέρι μποτ: Πρώτα το γερμανικής κατασκευής Σάμαινα και ύστερα το νορβηγικό Ίκαρος. Παλιά αλλά δυνατά, όμορφα σκαριά. Τα αγαπήσαμε τα βαπόρια μας, μ’ αυτά ταξιδεύαμε, όμως η εταιρία δε φτούρησε. Λείψανε οι άνθρωποι; Έλειψε το επιχειρηματικό πνεύμα; Περίσσεψε το κάτι άλλο το σκοτεινό και το μυστήριο; Ποιος ξέρει. Η εταιρία πήρε- έδωσε, τελικά μουφλούζεψε. Τα φέρι μποτ πουλήθηκαν. Ο αγοραστής του Σάμαινα του έκανε τις απαραίτητες επισκευές, το σενιάρισε, και το έβαλε πάλι στη γραμμή της Σάμου. Η χαρά μας ήταν μεγάλη. Έστω και ξένο το αγαπούσαμε, και ταξιδεύαμε μ’ αυτό.

Κι ήρθε μια νύχτα αλλόκοτη: 4 Νοεμβρίου 1996. Το Σάμαινα στην ώρα του, ώρα προσδιορισμένη και εντελώς γνωστή, έφυγε απ’ το Βαθύ για να κάνει το κανονικό δρομολόγιό του. Πλοίαρχός του ο εμπειρότατος Μαθιός Πνευματικάκης. Η νύχτα κρυσταλλένια, μπουνάτσα χαρά Θεού, και πεντακάθαρη. Και το παραμικρό φως, και μιας ψαρόβαρκας, θα γινόταν από μεγάλη απόσταση ορατό.

Το Σάμαινα πήρε τη ρότα του, την ίδια που εκατοντάδες φορές είχε πάρει, την ίδια ακριβώς που θα παίρναν όταν βγαίναν από τον κόλπο για το ανοιχτό πέλαγος της δύσης και οι αρχαίες σάμαινες. Το Σάμαινά μας ταξίδευε σίγουρο. Όλα μπροστά του ήταν καθαρά. Κανένας κίνδυνος.
Έλα όμως που ο κίνδυνος ήταν εκεί!
Μια πυραυλάκατος του Ναυτικού, το Κωστάκος, είχε φουντάρει κατακέφαλα στον κάβο των Αυλακιών, πάνω ακριβώς στην από κτήσεως κόσμου ρότα των ποσταλιών, με όλα τα φώτα σβηστά! Προφανώς έπαιρνε μέρος σε κάποια άσκηση. Ουδείς ψόγος. Όμως το Σάμαινα, κοτζάμ θεριό σε αναλογία, που ερχόταν με τα πλοηγικά του αναμμένα σίγουρα ο Κωστάκος μέσα στο μπλακ άουτ του το έβλεπε. Πρέπει οπωσδήποτε να το έβλεπε. Δεν μπορούσε -έστω αν δεν ήθελε να χαλάσει το κόλπο της άσκησης- μ’ έναν προβολέα περιορισμένης δέσμης να το ειδοποιήσει, έτσι που εκείνο να ξανοιχτεί εγκαίρως στο πέλαγο;

Δεν το ειδοποίησε. Σίγουρα δεν ήταν κανείς να το ειδοποιήσει. Πάνω στη γέφυρα και στο κατάστρωμα του πολεμικού πλοίου Κωστάκος δεν ήταν κανείς! Δεν μπορεί να ήταν κανείς. Πού ήταν λοιπόν; Θα ’ταν υπερβολικό αν λέγαμε πως απλώς κοιμόντανε. Όλοι;! Είναι αδύνατο. Κάτι άλλο, μυστήριο, κάνανε, κάτι που είχε σχέση με την άσκηση και την εθνική άμυνα, και που εμείς, οι ανίδεοι, δεν μπορεί να ξέρουμε.
Και το Σάμαινά μας αμέριμνο προχωρούσε.
Και ξαφνικά ο καπετάν Μαθιός είδε να ξεπροβάλλει μες απ’ το σκοτάδι ολόμπροστά του η αγκυροβολημένη πυραυλάκατος! Και φυσικά δεν προλάβαινε να κάνει τίποτα, την εμβόλισε με όλη του την ταχύτητα. Η πλώρη του μπήκε ολόκληρη μέσα στα σπλάχνα του πολεμικού! Κι ευτυχώς, κράτησε την ψυχραιμία του και δεν έκανε ανάποδα, έτσι που τα δυο πλοία μείνανε για λίγο ενωμένα, τόσο όσο χρειάστηκε να ανεβάσει το πλήρωμα του βαποριού απάνω έναν αριθμό από τα παιδιά του Κωστάκος.5
Κι ύστερα το Κωστάκος6 καταποντίστηκε.
Κι έτσι χάθηκε για τη Σάμο οριστικά το Σάμαινα. Και μείνανε στη γραμμή μας άλλα βαπόρια, βαριά και ασουλούπωτα, χωρίς κανένα γάρμπος και καμιά ομορφιά. Ανάμεσά τους κι ένα: το Γκόλντεν Βεργκίνα.
Τούτο το Γκόλντεν Βεργκίνα, παρά το αστραφτερό του όνομα, ήταν ένα πολύ βρόμικο και άσκημο βαπόρι. Το προτιμούσαμε όμως οι Σαμιώτες, γιατί ήτανε γρήγορο και σταθερό στα δρομολόγιά του.

*

Σάμαινα και Ίκαρος στο λιμάνι ΚαρλοβάσουΣτο μεταξύ όμως αλλάξανε πολύ πάλι τα πράματα στο Αιγαίο πέλαγος. Ένας φοβερός δεινόσαυρος άρχισε να ρουφάει τα βαπόρια μικρά και μεγάλα, ρούφηξε και το Γκόλντεν Βεργκίνα. Του κάνε κάτι μερεμέτια και κάτι πασαλείμματα, του άλλαξε και το όνομα, το είπε: Εξπρές Σαμίνα. Τουριστικό, μοντέρνο όνομα. Και το ’βάλε ο δεινόσαυρος το βαπόρι στη γραμμή πάλι τη δικιά μας. Και μεις -φουρτούνα, μπουνάτσα- το προτιμούσαμε. Ήτανε γρήγορο πάντα. Το δρομολόγιό του ήτανε: Πάρος, Νάξος, Εύδηλος, Καρλόβασι, Βαθύ.

Και μια νύχτα κακιά, Τρίτη 26 Σεπτεμβρίου 2000, με 8 μποφόρ κάργα γραίγο, το Εξπρές Σαμίνα πήγε να περάσει μέσα από τον ωραίο ζωγραφικό πίνακα του Σπόρου Παπαλουκά “Νησάκια της Πάρου”, αλλά βρήκε τις Πόρτες7 κλειστές!… Και βουλίαξε. Και το νησί μας το σκέπασε -πάλι- ο θρήνος. Ογδόντα έναν ανθρώπους πήρε μαζί του το ματιασμένο καράβι. Μαζί και το δεινόσαυρο που έπεσε απ’ το μπαλκόνι της εταιρίας και σκοτώθηκε. Σύνολο ογδόντα δύο ψυχές. Τώρα αρχίσανε να φέρνουν άλλα βαπόρια. Αλλιώτικα, γρήγορα βαπόρια, αεροπλανικά. Να δούμε πώς θα πάνε.

__________________________________________________

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Τη λοβιτούρα -θυμάμαι- την είχε κάνει ένας κρατικός λειτουργός (αξιωματικός του Ναυτικού; του Λιμενικού;) ονόματι θαρρώ Μπακόπουλος.

2. Ήταν ο Πλάτων, «Πλατσάρας», Παπαδημητρίου. Άνθρωπος άκακος αγαθός και αξιαγάπητος. Πρόσωπο ιστορικό, υπήρξε για μια στιγμή η φωνή της μικρής μας πόλης. Η γυναίκα του ήταν το γένος Κυπραίου. Από το ίδιο σόι, Κυπραίου επίσης, ήταν και ο μεταπολεμικός Πάκης (Παναγιώτης Κυπραίου). Γραφικός και καλοσυνάτος ακολούθησε την οικογενειακή παράδοση, έγινε ντελάλης και κείνος, αλλά και πλανόδιος μικρέμπορος ξηρών καρπών και ευρηματικός διαφημιστής. Η φωνή του κάλυπτε το Καρλόβασι: «πασατεμπάρεεες…»

3. Είναι ο 126ος Ψαλμός, Σ’ιρ Αμααλότ (Ωδή των Αναβαθμίδων). Ήθελα να φτιάξω μια εικόνα: τους Ισραηλινούς να φεύγουν μες στο σκοτάδι και να ψιλοτραγουδάν ένα εθνικό τους τραγούδι κατάλληλο για την περίσταση. Τι να κάνα; Πήρα το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο στο τηλέφωνο. Με παραπέμψανε στον πρόεδρό του κατ’ ευθείαν. Του εξήγησα ποιος είμαι και τι θέλω. Ευγενέστατος και προθυμότατος μου λέει πως θα επικοινωνήσει με το Ισραήλ (!) να πάρει πληροφορίες. Μαθημένος εγώ αλλιώς από υπηρεσίες γενικώς, έμεινα όλος αμφιβολία. Σε κάμποσο καιρό με παίρνει ο κύριος Γαβριηλίδης στο τηλέφωνο και μου λέει: εντοπίστηκε κει κάτω ένας ραβίνος που ήτανε παιδί, όταν έφυγε με τους γονείς του νύχτα από κάποια παραλία της Αττικής με ένα καΐκι, και πως τραγουδούσαν, θυμόταν, αυτόν τον Ψαλμό. Τον οποίο και μου έστειλε σε εβραίικη γραφή και ελληνική γραφή και μετάφραση! Ομολογώ πως θαύμασα και ζήλεψα τη σοβαρότητα, οργάνωση και την αποτελεσματικότητα των ανθρώπων και των υπηρεσιών.

4. Αυτός ο πρόεδρος ήτανε ένας δικηγόρος ονόματι Παπαδόπουλος. Είχε συμπήξει με κάτι άλλους “εταιρία” και είχε με το ίδιο σύστημα ξεκάνει κάμποσους γέρους και γριές για να τους φάει δικηγορίστικα το έχει τους. Είχε δικαστεί εις θάνατον – ισόβια πολλές φορές- κόντευε σύμφωνα με το νόμο να βγει. Αλλά, ως φαίνεται, δεν άντεξε να περιμένει και λάκισε από τη φυλακή. Μετά κάμποσο καιρό τον πιάσαν και τον χώσαν πάλι μέσα. Το ερώτημα τώρα είναι πότε θα ξαναλακίσει.

5. Γίνανε ανακρίσεις, τέτοια, χαρτιά πολλά, ανελκύστηκε η πυραυλάκατος, μαζί και τα πνιγμένα παιδιά, δικαστήρια, δικάστηκε ο πλοίαρχος του Σάμαινα.. Και δικαίως!… Γιατί δεν είχε φανταστεί το εντελώς αυτονόητο και ναυτικώς ορθό, ότι δηλαδή μέσα στη μαύρη νύχτα θα φουντάριζε πάνω στην ολόγνωστη ρότα του με σβηστά τα φώτα ένα πολεμικό καράβι!… Για τον κυβερνήτη του Κωστάκου κάτι ακούστηκε και γι’ αυτόν. Δικάστηκε. Καταδικάστηκε κάτι χρόνια φυλακή για τούτο και για κείνο. Πλήρωσε και βγήκε. Όμως δε μάθαμε. Υπηρετεί άραγε ακόμα; Πληρώνεται από τους φόρους του ελληνικού λαού; Συμβάλλει πάντα με τα γαλόνια του στην εθνική άμυνα;
Το τι μπορεί να έγινε εκείνη τη δραματική νύχτα το ψιλοκατάλαβα έξι χρόνια μετά, το 2002. Μεγάλη βδομάδα ήτανε και περπατούσαμε στο λιμάνι του Τηγανιού, αργά νύχτα, με τον αδερφικό μου φίλο Β.Δ. Φτάσαμε ως τη μισοφωτισμένη άκρη όπου ήταν δεμένη η τορπιλάκατος Τοξότης. Έρημη και σιωπηλή. Κλειστά όλα τα παραθύρια και οι πόρτες της, ένα ασθενικό φως μόνο αντιφέγγιζε στη γέφυρα. Εκείνη την ώρα, με πληροφόρησε ο εντρυφής περί τα αθλητικά φίλος, γινότανε ένα σπουδαίο ποδοσφαιρικό ματς και σίγουρα το πλήρωμα το παρακολουθούσε στην τηλεόραση. Οι κάβοι του πλοίου ήταν χαλαροί και η σκαλίτσα ακουμπιστή από το μόλο στο κατάστρωμα. Και φρουρός κανείς! Στην άκρη έξω της σκάλας είχε έναν κεσέ του γιαουρτιού με γάλα και ψωμί παπάρα. Απόρησα, σαν τι να ναι τούτο, όπου ένα τρισχαριτωμένο μικροσκοπικό άσπρο κανίς ήρθε πιλαλώντας, μας γαύγισε με υπηρεσιακή σοβαρότητα δυο-τρεις φορές, πως δηλαδή: «το νου σας, εγώ είμαι εδώ…», και άρχισε να τρώει. Ήτανε ο φρουρός του πολεμικού πλοίου Τοξότης. Μόνο τα σπαθόλουρα του λείπανε!… Περπατήσαμε με τον καλό μου φίλο μελαγχολικοί πίσω στην ολοφώτιστη προκυμαία. Κι εγώ σκεφτόμουνα απλοϊκά: πόσο εύκολο θα ήταν να ’ρθούνε τίποτα βατραχάνθρωποι από κάποια άγνωστη μακρινή χώρα, να κόψουνε τους κάβους και να τραβήξουνε κολυμπώντας την τορπιλάκατο απέναντι στην άγνωστη και μακρινή χώρα!…
Αυτά αναλογιζόμουνα, όταν σταμάτησα, κι έτσι ξεκάρφωτα ρώτησα το φίλο μου:
«Στις 4 Νοεμβρίου 1996 το βράδυ είχε κανένα σπουδαίο ποδοσφαιρικό ματς ή έστω κανέναν αξιόλογο αγώνα μπάσκετ μπολ;» Ο φίλος μου με κοίταξε ίσια στα μάτια. «Δε θυμάμαι -μου είπε- μπορεί…»

6. Το πλήρες όνομα της πυραυλακάτου ήταν Υποπλοίαρχος Ιωάννης Κωστάκος. Ο πραγματικός Ιωάννης Κωστάκος υπήρξε ένας από τη γενιά εκείνη των γενναίων του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, που πολεμούσαν και νικούσαν ή πέθαιναν. Τότε που το Ναυτικό μας ανέμιζε την ελληνική σημαία σ’ όλη τη Μεσόγειο κι ακόμα παραπέρα. Ήταν ανθυποπλοίαρχος μάχιμος, τέταρτος αξιωματικός στο υποβρύχιο Γλαύκος όπου και σκοτώθηκε μαζί με τον κυβερνήτη του πλωτάρχη Βασίλειο Αρσλάνογλου όταν το πλοίο στις 27 Φεβρουάριου του 1942 προσβλήθηκε από τη Λουφτβάφε και βούλιαξε στο λιμάνι της Μάλτας. Μεταθανατίως έλαβε το χρυσό αριστείο ανδρείας και προήχθη επ’ ανδραγαθία στον αμέσως ανώτερο βαθμό. Και με το βαθμό αυτό, του υποπλοιάρχου, τον τίμησε το Πολεμικό Ναυτικό δίνοντας το όνομά του στην άμοιρη πυραυλάκατο.

7. Συστάδα βραχονησίδων ανατολικά της Πάρου. Παρατάσσονται σαν πόρτες ανοιχτά του κόλπου της Παροικιάς. Τις απεικόνισε καλλιτεχνικά σε ένα θαυμάσιο πίνακα ο Σπύρος Παπαλουκάς.

Check Also

Σαμιώτικα Χριστούγεννα

Αφιέρωμα στα Σαμιώτικα Χριστούγεννα

Σήμερα, Χριστούγεννα του 2016, το iSamos.gr κάνει ένα μικρό αφιέρωμα στα Σαμιώτικα Χριστούγεννα, με αναφορές στα έθιμα της …

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Turn off snow