Κυριακή , Νοέμβριος 17 2019
elen
Home / Ειδήσεις / Αφιερώματα / Το μάζεμα της ελιάς. Από το ανέκδοτο βιβλίο του Γιάννη Δ. Κόκκα

Το μάζεμα της ελιάς. Από το ανέκδοτο βιβλίο του Γιάννη Δ. Κόκκα

Σας μεταφέρουμε εδώ ένα κείμενο από το ανέκδοτο βιβλίο του Γιάννη Δ. Κόκκα :Η ζωή στο χωριό και οι ασχολίες των κατοίκων της Λέκκας (χρονική περίοδος 1935-1953). Το κείμενο έχει δημοσιευθεί στο ένθετο “Καλούδια της γής” της εφημερίδας “Χαραυγή”

Το μάζεμα της ελιάς

Μάζεμα της ελιάςΗ δουλειά η πιο κοπιαστική που κρατάει καιρό, μήνες, είναι οι ελιές. Αρχίζανε (και σήμερα το ίδιο γίνεται), από τον Σεπτέμβριο, μέχρι και το τέλος του Φλεβάρη πολλές φορές. Πάσχιζαν να μην μείνει ελίτσα. Στις ελιές πήγαιναν και όταν ο καιρός έδειχνε ότι θα έχει σποραδικές βροχές (καθούρια) που τον καιρό αυτόν, τον λέγανε “καθουριάρ”. Προτιμούσαν να πηγαίνουν σε τοποθεσίες που υπήρχαν “αστράχες” (καλυβάκι ή απλώς ένα υπόστεγο με τσίγκο, ντενεκέδες, χώμα ή καρβουνίστρα το καλύτερο). Μόλις έβλεπαν κάποια υποχώρηση, σιγή της βροχής (ζ’γάλιασμα) άρχιζαν πάλι το μάζεμα.

Στα χρόνια εκείνα δεν υπήρχαν τα σημερινά εργαλεία, μηχανάκια, σκουπάκια με μεταλλικά ελάσματα, πλαστικά δίχτυα κ.λ.π. Είχε όμως μεγάλη αξία το λάδι. Απ’ ότι άκουγα και αν και μικρός, το έβλεπα πολλές φορές, μια γυναίκα να παρακαλεί τα “αφεντικά” να την πάρουν στο “μάζουμα”. Το μεροκάματο ήταν μόνο μία οκά (1280 γρ.) λάδι. Έλεγε “ευχαριστώ” και έκανε την πιο μεγάλη προσπάθεια “τζαχτ”’, για να φανεί γρήγορη και να την ξαναπάρουν στο άλλο “χέρι”, όταν φυσούσε και ξανάπεφταν. Πολλές φορές πήγαινε και τα βράδια λίγες ώρες, να διαλέγει τις ελιές γύρω από τον σουφρά για να βρει χαμάδες, που τότε τις λέγανε “κουρμάδες”.

Οι “κουρμάδες” αυτές είχαν μεγάλη ζήτηση και γι’ αυτό, καλή τιμή. Έρχονταν έμποροι απ’ την Αθήνα, ενοίκιαζαν αποθήκες στο Λιμάνι Καρλοβασίων, έρχονταν σε συνεννόηση με μπακάληδες του χωριού, αλλά και άλλους που είχαν δυνατότητες και αποθηκευτικούς χώρους, να τους συνάξουν χαμάδες. Μπορούσε κανείς με ένα κοφινάκι (καλαθάκι) μόνο “κουρμάδες”, να εξασφαλίσει χρήματα που αντιστοιχούσαν σε δυό-τρεις μέρες δουλειάς. Αυτό συνεχίστηκε και λίγο μετά το 1960.

Φωτογραφία από τα ΚουμέικαΟι ελιές ζυγίζονταν με το καντάρι, γιατί πλάστιγγες δεν υπήρχαν που και ακριβές ήταν αλλά και χώρο πολύ “έπιαναν”. Το καντάρι το ξεκρεμνούσαν από τον τοίχο και με τη βοήθεια ενός γερού ξύλου (μανέλας), ζύγιζαν τις κόφες με τις ελιές, τις “κουρμάδες” δηλαδή. Χρειάζονταν κάποια δύναμη, αλλά και προσοχή στο δεξί χέρι του έμπορα, για να μη …”σι φάει στου καντάρ'”. Μετά άδειαζαν τις ελιές στις κόφες του έμπορα, ζύγιζαν τις άδειες κόφες για να αφαιρέσουν τη “ντάρρα” (απόβαρο) και πληρώνονταν το καθαρό βάρος. Αν η ποσότητα ήταν μικρή και δεν υπήρχε εκεί κοντά “κανταράκ”, η αγορά γίνονταν με υπολογισμό, “μι του μάτ'” ή όπως το έλεγαν, “προς αμ’πόκου”. Να αναφέρω πάλι την αξία του λαδιού. Μια οκά λάδι, αντιστοιχούσε σε μια οκά κρέας. Χαμάδες έβαζαν όμως και στη στάμνα (μικρό κιούπι), για να έχουν να τρώνε όλο τον χρόνο. Με ψωμάκι κι” ελιά, προσπαθούσαν να καταπραύνουν την πείνα τους. Για να διατηρηθούν, έφτιαχναν “άρμη” (άλμη) και την έριχναν μέσα στη στάμνα-κιουπάκι. Αν δεν υπήρχαν πολλές χαμάδες, μια και τις πωλούσαν, έβαζαν σε άλλο κιουπάκι μαύρες, αλλά και άγουρες ελιές. Πολλοί τις τρυπούσαν με ένα πιρούνι ή τις χαράκιαζαν με μαχαίρι, για να ξεπικρίσουν γρήγορα.

Τα λιοτρίβια

ΕλαιοτριβείοΤα λιοτρίβια ήταν χώροι που μαζεύονταν, εκτός από τον ιδιοκτήτη και το προσωπικό, πολύς κόσμος, ιδίως παιδιά που έχοντας από μια φέτα ψωμί, το έψηναν στη φωτιά που πάντα υπήρχε για το ζεστό νερό, το βουτούσαν στο φρέσκο και ζεστό λάδι, το τοποθετούσαν σε ένα κομμάτι πυρήνας και το έτρωγαν με ευχαρίστηση και λαιμαργία τις περισσότερες φορές, Ήταν (και είναι) η λεγόμενη “καπύρα”.

Για τις ελιές τους μερικοί μεγαλονοικοκυραίοι, είχαν εξασφαλίσει “τσάρκους” στα λιοτρίβια και κάθε βράδυ μετά το “μάζεμα”, τις άδειαζαν εκεί, ρίχνοντας λίγο αλάτι για να μη σαπίσουν Το ίδιο έκαναν και οι άλλοι που τις κρατούσαν στις αποθήκες τους. Ώσπου να ‘ρθει όμως η σειρά τους να “βγάλουν” τις ελιές, που ίσως να περνούσε και μήνας, αυτό το αλατάκι, δεν βοηθούσε. Πολύ περισσότερο όμως, που μερικοί θέλοντας να φανούν μεγάλοι νοικοκυραίοι, λαδάδες, άφηναν τις ελιές εκεί και τις έβγαζαν μια φορά, που μπορεί να ήταν και τον Απρίλη.
Οι ελιές, βέβαια, ήταν σάπιες και είχαν γίνει μια μάζα και άχνιζαν όταν τις σκάβανε με την τσάπα. Τα “τσουράπια” ήταν δύσκολο να σταθούν στο πιεστήριο, γλιστρούσαν και προσπαθούσε ο “στοιβαδόρος” με την μανέλα να τα συγκρατήσει για να μην πέσουν κάτω.
Οξύμετρα δεν υπήρχαν ούτε γνώριζε ο κόσμος για οξύτητα και ποιος ξέρει σε τι βαθμούς έφταναν. Μερικοί έλεγαν ότι το παλιό λάδι είναι το καλό, γιατί το καταλαβαίνεις στο λαιμό, σε “πιάνει” και δεν χρειάζεται να βάλεις πολύ στο φαΐ. Κάποια μάλιστα γεροντοπαλλήκαρα, που τους λέγανε να παντρευτούνε γιατί περνάνε τα χρόνια, έλεγαν ότι αυτοί “είναι λάδι”. Όσο περνάει ο καιρός, τόσο παίρνουν αξία.

ΕλιέςΗ αμοιβή του “λιουτριβιάρη”, ήταν σε είδος. Λάδι έβγαζε, λάδι έπαιρνε. Το λεγόμενο “αξάι”. Κάθε λιοτρίβι είχε το δικό του ποσοστό, υπολογίζοντας τις υπηρεσίες που προσέφερε στον πελάτη και την τοποθεσία του λιοτριβιού. Ο “καλός” παραγωγός φρόντιζε όταν έβγαινε το λάδι του να κάνει λουκουμάδες ή τηγανίτες και να προσφέρει κρασί ή σούμα, στο προσωπικού του λιοτριβιού.
Την μεταφορά του λαδιού στον παραγωγό, είχε αναλάβει το λιοτρίβι. Διέθεται αγωγιάτη που φόρτωνε τα “δερμάτια” με το λάδι στο ζώο και το πήγαινε στην αποθήκη (κατώι) του παραγωγού που είχε τα κιούπια του.
Το κιούπι σκεπάζονταν καλά με άχρηστο πια “δερμάτι” μεταφοράς κρασιού και πάνω ένα ξύλινο καπάκι. Από κει και λίγο-λίγο σύμφωνα με τις ανάγκες, έμπαινε στο γαλόνι, που χωρούσε 2,5 οκάδες ή στο μισογάλονο (1,25 οκάδες, πιο σωστά 1 οκά και 100 δράμια, γιατί η οκά είχε 400 δράμια. Από αυτού βγήκε και φράση που λέει: “Αυτός τά’ χει τετρακόσα”. Εννοώντας οτι έχει σωστά τα μυαλά του).
Από τα δοχεία αυτά έμπαινε στο λαδοκάνατο ή αλλιώς “ρουί”, που ήταν εύκολο να λαδώνονται τα φαγητά και οι σαλάτες.
Στο κιούπι με το λάδι “ξεθύμαιναν” και οι γυναίκες που ήθελαν κάτι να πάρουν για να συμπληρώσουν τα προικιά της κόρης, στην περίπτωση που οι άντρες τους δεν το ενέκριναν. Ακόμα και μερικά ζωηρά αγόρια, στα χρόνια της εφηβείας τους, ήθελαν να’ χουν λίγο χαρτζιλίκι για τσιγάρα ή οτιδήποτε άλλο και ήταν αδύνατο με άλλον τρόπο να τα “οικονομήσουν”, κατέφευγαν στο κιούπι. Υπήρχαν μερικοί μπακάληδες, κλεπταποδόχοι, που το ‘παιρναν βέβαια, μισοτιμής και έτσι γίνονταν η δουλειά. Για να μην γίνει αντιληπτό απ’ τους γονείς και τις περισσότερες φορές απ’ τον πατέρα, αν και υπήρχαν και μανάδες “Κέρβεροι” που έριχναν μέσα νερό. Το νερό πάει κάτω και αργεί να φανεί η κλεψιά. Πολλές φορές όμως, τους ξέφευγε και έβαζαν περισσότερο νερό κι’ όταν άνοιγε ο πατέρας το κιούπι, έβλεπε ότι το λάδι ήταν πιο πάνω από τα σημάδια πού χε βάλει. Τότε μπαίνανε μπρος, “τα μεγάλα μέσα” για να μη γίνει “σούσουρο”. Λέγανε ότι έγινε “θάμα” (θαύμα) και το λάδι “ανεύρισε” κι’ αρχίζανε τα σταυροκοπήματα, οι μετάνοιες και τα θυμιατίσματα. Τέτοια “περιστατικά” ακούγονταν συχνά-πυκνά κι’ όποιος ήθελε το πίστευε.

Check Also

Aφιέρωμα στη Σάμο – Αφράδµων αρχαιοδίφης

Σου πάει αυτό το αεράκι γύρω στα χείλη σου. Σου πάει αυτό το λουλούδι που …