Τετάρτη , Νοέμβριος 13 2019
elen
Home / Ειδήσεις / Καταγραφές στον τύπο της εποχής για εγκλήματα στη Σαμιακή κοινωνία κατά την περίοδο της ηγεμονίας και της Ένωσης

Καταγραφές στον τύπο της εποχής για εγκλήματα στη Σαμιακή κοινωνία κατά την περίοδο της ηγεμονίας και της Ένωσης

Γράφει η Ελένη Σ. Δήμα. ( Aπό τα πρακτικά συνεδρίου “Ο τύπος στη Σάμο – Αναπαραστάσεις της τοπικής κοινωνίας” Γ.Α.Κ. Αρχεία νομού Σάμου

Η διερεύνηση της εγκληματικής συμπεριφοράς σε μια περιοχή, μόνο από τις καταγραφές στον τύπο, είναι ένα εγχείρημα που οπωσδήποτε δεν οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα, ως προς την εικόνα που θα σχηματιστεί για την εγκληματικότητα στην περιοχή.

Και αυτό γιατί στον τύπο καταγράφονται, όπως αυτό συμβαίνει τουλάχιστον στη σύγχρονη εποχή, μόνο όσες κοινωνικές παρεκκλίσεις έχουν ενδιαφέρον από την άποψη των ιδιαζόντων στοιχείων που μπορεί να τις χαρακτηρίζουν. Αυτό που μπορεί, κυρίως, να συμπεράνει κανείς, με σχετική ασφάλεια, μέσα από τον τύπο ως προς το συγκεκριμένο θέμα, είναι η λειτουργία της κοινής γνώμης και η θέση που παίρνουν οι άνθρωποι του τύπου.

Η δική μου προσπάθεια επικεντρώθηκε σε δύο διαφορετικές χρονικές περιόδους. Η μία στην εποχή της ηγεμονίας και συγκεκριμένα στη διετία 1879-1880, επί ηγεμονίας Αδοσίδη, και η άλλη μόλις ξεκίνησε η διαδικασία ένωσης με τη Ελλάδα, από το 1912 δηλαδή, ως και το 1915. Οι δύο αυτές περίοδοι εμφανίζουν αρκετές διαφορές μεταξύ τους και ως προς τα είδη των εγκλημάτων που διαπράττονται, τουλάχιστον αυτών που παρουσιάζονται στον τύπο, και ιδιαίτερα ως προς τον τρόπο που γίνονται αντικείμενο ενασχόλησης των δημοσιογράφων της εποχής. Η εφημερίδα ΣάμοςΣτην περίοδο της ηγεμονίας, η εφημερίδα Σάμος, έχει συγκεκριμένη στήλη με τον τίτλο «δικαστικά», στην οποία περιλαμβάνει κοινοποιήσεις σχετικές με θέματα δικαιοσύνης, δηλαδή «κλητήρια επικρίματα», όπως χαρακτηριστικά λέγονται, δικαστικές αποφάσεις με όλα τα στοιχεία και το σκεπτικό της απόφασης, αλλά και ανακοινώσεις για αναγκαστικές δημοπρασίες, πλειστηριασμούς, κατασχέσεις, αγωγές γυναικών για χωρισμό προικώων κτημάτων και κτηματικές αντιδικίες. Τα «κλητήρια επικρίματα» που κοινοποιούνται αφορούν, ως επί το πλείστον, όσους κατηγορουμένους είναι αγνώστου διαμονής τη στιγμή που βγαίνει η κλήση. Συνεπώς δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτά τα στοιχεία ως στατιστικά για τα εγκλήματα που διαπράττονται.

Πάντως, και μόνο από αυτά, διαπιστώνουμε ότι με μεγαλύτερη συχνότητα παρουσιάζονται διαρρήξεις και κλοπές παντός είδους, όπως επίσης υπάρχουν και πολλές μηνύσεις για εξύβριση, οι οποίες είναι τόσο λεπτομερείς, ώστε σ’ εμάς φτάνουν σχεδόν σαν ανέκδοτα, αυτά που για τους ανθρώπους εκείνους αποτελούσαν μεγάλη προσβολή για το ήθος τους. Διαβάζουμε, για παράδειγμα: «…Η Ε.Μ., κάτοικος Βαθέος, παρεπέμφθη εις το ακροατήριον των πλημμελειοδικών, ως υπαίτιος ότι περί τα μέσα Αυγούστου π.έ. εν τη θέσει “Μεσοκάμπου” της περιφέρειας Βαθέος εξύβρισε τον μηνυτήν δια της λέξεως «κερατά», κατά παράβασιν του άρθρου 26 εδ.1 του περί εξυβρίσεως εγχωρίου νόμου.»


Δεν λείπουν και μηνύσεις, ελάχιστες βέβαια σε σχέση με τα προηγούμενα, για ψευδορκία, λαθρεμπορία, διατάραξη οικιακής ειρήνης, δόλια χρεωκοπία, πλαστογραφία, κλεπταποδοχή, άμβλωση, μοιχεία, απαγωγή λόγω έρωτος και αντίσταση κατά της αρχής, σε μία περίπτωση εκ των οποίων παραπέμπονται στο κακουργιοδικείο πέντε άτομα για αρπαγή κάλπης, σχίσιμο ψηφοδελτίων και γενικότερη συμπλοκή (1879).

Αυτά, ως επί το πλείστον, είναι τα ελάσσονα λεγάμενα εγκλήματα. Τα μείζονα εγκλήματα είναι οπωσδήποτε λιγότερα, αλλά πολύ βαριά. Καταγράφεται μια περίπτωση αποπλάνησης τριών ανηλίκων από εικοσιπεντάχρονο δάσκαλο στο Βαθύ, ο οποίος καταδικάζεται σε εξαετή ειρκτή και στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων.

Υπάρχουν και τρεις περιπτώσεις στις οποίες επιβάλλεται η εσχάτη των ποινών. Η μία είναι για πειρατεία με βασανισμό του πληρώματος του πλοίου που κατελήφθη. Ο πρωτεργάτης, Ασλάνης Μαρκουλής, δικάζεται και το δικαστήριο τον καταδικάζει «…εις θάνατον, ορίζον ως τόπον εκτελέσεως τον όρμον του δήμου Μαραθοκάμπου…» Οι άλλες αφορούν σε διαρρήξεις και δολοφονίες των ενοίκων των σπιτιών.

Ασφαλώς δεν λείπουν και οι περιπτώσεις κατά τις οποίες διώκονται και άνδρες της χωροφυλακής και της αστυνομίας για κατάχρηση εξουσίας, όπως ένας πολιτάρχης διότι «…εν Μαραθοκάμπω αστυνομικά χρέη προσωρινώς ενεργών κατεκράτησεν επί μία νύκτα περίπου και ημισείαν ημέραν τον εγκαλούντα Ηλίαν Ρίγλη» και «αργότερα εν τω καφενείω του Μενελάου Τεμπέλη εξύβρισε τον αυτόν εγκαλούντα αποκαλέσας “τσακπίνη” …»

Η δίκη, όμως, που παρουσιάζεται σαν μυθιστόρημα σε συνέχειες είναι αυτή ενός δημάρχου από τον Παγώνδα, του Κ. Ζαρμπάνη, που κατηγορείται για κλοπές και εξύβριση του Ειρηνοδίκη, δια λιβέλλων, ο οποίος και καταδικάζεται σε 5,5 χρόνια ειρκτή και στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων.

Σε όλες τις περιπτώσεις, όμως, η εφημερίδα δεν παίρνει καμία θέση, ούτε διατυπώνει σχόλια. Ελάχιστες μόνο φορές, στη στήλη «Επιχώρια», αφήνει την ουδέτερη στάση της και έμμεσα παίρνει θέση, όπως στην περίπτωση ενός εγκλήματος, το οποίο χαρακτηρίζει, πριν ακόμα εκδικασθεί, «αποτρόπαιον κακούργημα», που συνέβη σε «υπό σαμιακήν σημαίαν βομβάρδαν» και αποκαλεί τον κατηγορούμενο «κακούργο».

Και, όταν το λαθρεμπόριο αρχίζει να αποκτά μεγάλες διαστάσεις, κάνει συστάσεις στους παραβάτες να συμμορφωθούν, γιατί «… ο νόμος θέλει πανταχού και κατά πάντων αδιακρίτως εφαρμόζεσθαι εν πάσαις αυτού ταις διατάξεσι…», καθώς «…η διοίκησις απόφασιν ακράδαντον έχει να εφαρμόζη ταύτας μηδόλως λαμβάνουσα υπ’ όψει πρόσωπα ή επιτρέπουσα την ελαχίστην παράβασιν χάριν ατόμων…». Γεγονός που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ενέχονταν άτομα υψηλά ιστάμενα σε τέτοιου είδους παραβάσεις.

Το 1880 πάντως λήγει με την επισήμανση ότι επικρατεί άκρα ησυχία στο νησί, καθότι «ο της Σάμου λαός κατανοεί άριστα τα αληθή συμφέροντα αυτού, άτινα έγκεινται εν τη επικρατήσει της κοινής τάξεως και ησυχίας».

Μ’ ένα χρονικό άλμα, φτάνουμε στον Οκτώβριο του 1912 και στην εφημερίδα Αιγαίον. Λίγο καιρό μετά τη δολοφονία του Κοπάση και την επανάσταση του Θεμιστοκλή Σοφούλη, η κατάσταση που περιγράφεται στο νησί θυμίζει επίγειο παράδεισο… Γίνεται, λοιπόν, σύσταση στους κατοίκους να εξακολουθήσουν την παραδειγματική αυτή συμπεριφορά, ευελπιστώντας ότι οι ξένες ισχυρές δυνάμεις θα το λάβουν υπ’ όψιν τους και θα τους επιφυλάξουν καλύτερη τύχη.

Εις το ενταύθα κτίριον των φυλακών έπρεπε προ πολλού να αναρτηθή λευκή σημαία, καθόσον ουδείς κατάδικος ή υπόδικος φιλοξενείται ήδη εν αυταίς. Όταν εξερράγη η τελευταία επανάστασις οι εγκάθειρκτοι ανερχόμενοι εις 10 ή 12 ηλευθερώθησαν κατ’ ανάγκην, διότι ουδείς εκ των δεσμοφυλάκων ηδύνατο να μένη τότε εντός των φυλακών κειμένων παρά το οίκημα όπερ εχρησίμευσεν ως στρατών της Οθωμανικής φρουράς, και έκτοτε ουδείς άλλος εισήλθεν εις τας φυλακάς.

Το φαινόμενον είνε λίαν ευχάριστον και επιμαρτυρεί τον φιλόνομον και φιλήσυχον χαρακτήρα του Σαμιακού λαού. Και κατά τας ημέρας της Επαναστάσεως, οπότε ουδεμία υπήρχεν εξουσίας σκιά, η τάξις ετηρήθη καθ’ όλην την νήσον και ουδέν έκτροπον έλαβε χώραν δυνάμενον να διαταράξη αυτήν… Παρέχοντες τοιαύτα ωραία δείγματα πολιτισμού εις τους ισχυρούς ξένους, οι οποίοι εκ του σύνεγγυς παρακολουθούν την κατάστασίν μας, δυνάμεθα να προσδοκώμεν καλλιτέραν τύχην, εφόσον δεν παύσωμεν αποδεικνύοντες ότι αποτελούμεν λαόν γνωρίζονται να κάμνη καλήν και λελογισμένην χρήσιν των δικαιωμάτων του αυτονόμου βίου. Η δε τήρησις της δημοσίας τάξεως είνε το πρώτιστον δείγμα παντός προηγμένου λαού…

Είναι αξιοσημείωτο ότι το μοναδικό έγκλημα που καταγράφεται αυτή τη χρονιά είναι η απαγωγή, από πολυμελή συμμορία κακοποιών, ενός εύπορου κτηματία και η μεταφορά του στη Μ. Ασία, με σκοπό τα λύτρα. Κάποιοι από τη συμμορία καταφεύγουν στη Σάμο, γεγονός που σημαίνει συναγερμό στο νησί, καθώς θα μπορούσε να θεωρηθεί ως καταφύγιο κακοποιών στοιχείων, κάτι που θα ήταν επιβαρυντικό για το γόητρο της πατρίδας. Στο αντίστοιχο άρθρο δεν παραλείπεται να τονιστεί η συμβολή του επικεφαλής της προσωρινής κυβερνήσεως Θεμιστοκλή Σοφούλη «…εις ον πανηγυρικώτατα και παμψηφεί ο Σαμιακός λαός ενεπιστεύθη την αρχηγίαν και την διεύθυνσιν των κοινών, και έχει όλην την δύναμιν και τα μέσα ίνα επιβάλη όσον ουδέποτε άλλοτε, την αυστηρόν τήρησιν των νόμων προς εμπέδωσιν της κοινής τάξεως και ασφαλείας εν τω τόπω καθ’ όλην την διάρκειαν της παρούσης μεταβατικής περιόδου. Πρέπει δε να εξαρθή και πάλιν ενταύθα ότι η τάξις τηρείται όσον ουδέποτε άλλοτε καθ’ όλην την νήσον…»

Στην περίοδο 1912-1913 σημειώνεται τέτοια έξαρση διαζυγίων, ώστε ζητείται να πάψει η δημοσίευσή τους, καθώς υπάρχει κίνδυνος να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι στη σαμιακή κοινωνία έχουν εκλείψει οι ηθικές αρχές. Το 1913, επίσης, δεν παρουσιάζει ιδιαίτερη εγκληματικότητα εκτός από τις περιπτώσεις αλιείας με δυναμίτιδα, που έχει πάρει επικίνδυνες διαστάσεις και γι’ αυτό γίνονται ιδιαίτερες συστάσεις. Το 1913 την τοπική κοινωνία συνταράζει ένα «φρικτό και αποτρόπαιο» έγκλημα στο Παλαιόκαστρο. Ο Κωνσταντίνος Σοφούλης, 19 μόλις ετών, σκοτώνει οκτώ μέλη της οικογένειάς του, πατέρα, μητριά και έξι ετεροθαλή αδέρφια, με χαρακτηριστική ψυχραιμία και αγριότητα. Η εφημερίδα, όμως, δεν επιθυμεί να υπεισέλθει σε λεπτομέρειες, καθώς θεωρεί ότι τέτοιου είδους πράξεις, όταν δημοσιοποιούνται, μπορούν να προκαλέσουν μέγιστη κοινωνική βλάβη, αποτελώντας παράδειγμα προς μίμηση. Περιορίζεται να μεταφέρει την ανακούφιση της κοινωνίας για τη σύλληψη του «άγριου και ειδεχθούς δράστου…, του ανθρωπόμορφου τέρατος το οποίον εξέβρασεν ο άδης» και εκφράζει την εναγώνια προσμονή της παραδειγματικής του τιμωρίας. Όταν γίνεται η δίκη, όμως, η εφημερίδα, θυμίζοντας περισσότερο σύγχρονη αντιμετώπιση τέτοιων θεμάτων, που διεγείρουν και ικανοποιούν συγχρόνως την περιέργεια του κόσμου, δίνει λεπτομερείς περιγραφές για το έγκλημα και με την ανακοίνωση της απόφασης «εις θάνατον δια τουφεκισμού» αφήνει να φανεί η ικανοποίηση του κοινού αισθήματος, καθότι το θέμα έχει πάρει και πολιτικές διαστάσεις. Παρότι στο ίδιο φύλο της εφημερίδας φιλοξενείται άποψη «σοφού έλληνα κοινωνιολόγου», σύμφωνα με την οποία «...ο εγκληματίας είναι προϊόν των κοινωνικών συνθηκών, που η πολιτεία ανέχεται, και σε ελάχιστο βαθμό προϊόν της δικής του ελευθέρας βουλήσεως».

Και σ’ αυτήν την περίπτωση, αλλά και σε λιγότερο ή περισσότερο σοβαρές, εξαίρεται η στάση του στρατού, που εγκαίρως παρεμβαίνει, η δεξιότητα με την οποία χειρίζονται οι δικαστές τις υποθέσεις. Ιδιαιτέρως επαινείται ο διευθυντής της αστυνομίας Κουμουτσόπουλος, με το «ιαβέρειο όμμα και την σπανίαν αστυνομικήν οξυδέρκειαν».

Η εφημερίδα δείχνει ιδιαίτερη ευαισθησία, όταν πρόκειται για ανθρώπους που σχετίζονται με την εποχή του Κοπάση. Στην περίπτωση του Ανδρέα Κουκούλη, ο οποίος δικάζεται για φόνο, παρόλο που ο δημοσιογράφος αποφεύγει, όπως επισημαίνει, να γράψει όσα κυκλοφορούν για τα αίτια του αδικήματος, ώστε να μη δυσχεράνει το έργο της ανακρίσεως, «χάριν απλώς της ιστορίας», αναφέρει ότι «ο συλληφθείς φονεύς διετέλεσε εις παρελθόντος καιρούς εν μοναχοίς ελάχιστος ονομασθείς Αρσένιος; Εις στιγμάς όμως ενθουσιασμού ο πανόσιος Κουκούλης επέταξεν την κουκούλαν και τα ράσα και έγινε… χωροφύλαξ. Ηκολούθησε ύστερον την εξέλιξιν της θεοσώστου Ηγεμονίας και προήχθη υπό του Κοπάση δια τα πολλαπλά του προσόντα εις αξιωματικόν, ότε και εφημίσθη υπό του Φαρδή “ως ρέκτης και δραστήριος και άγρυπνος φρουρός της δημόσιας τάξεως”!! Ιδίως επολλαπλασίασε τα γαλόνια του ως αρχηγός του σώματος της καταστροφής, ως επωνομάζετο τότε το σώμα της καταδιώξεως.»

Επιπλέον, ευαισθητοποιείται και σε περιπτώσεις που οι Σάμιοι αρνούνται να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην πατρίδα, όταν για παράδειγμα δεν συμμορφώνονται με διαταγή περί καταγραφής και ταξινόμησης των προς επίταξη ζώων προορισμένων για τις ανάγκες της στρατιωτικής υπηρεσίας του κράτους. Ζητά να επιβληθούν βαρύτατες ποινές, καθώς τούτοι είναι ένοχοι εσχάτης προδοσίας, αναλγησίας και διαπράττουν «έγκλημα καθοσιώσεως».

Από το 1914 και μετά, οπότε και έχει ολοκληρωθεί η ένωση με την Ελλάδα, το σκηνικό αρχίζει να αλλάζει. Ξαφνικά ο παράδεισος που περιγραφόταν το 1912 εξαφανίζεται και περιγράφεται ως «άθλιος και ελεεινός βίος», που επικρατούσε στο διάστημα της αυτονομίας, όταν όλοι ήταν προσηλωμένοι στο ατομικό συμφέρον και θυσίαζαν τα πάντα στο βωμό της ιδιοτέλειας. Ο κόσμος, όπως τον παρουσιάζει ο αρθρογράφος, δεν έχει συνηθίσει να σέβεται τις αστυνομικές διατάξεις, καθώς όλοι υπάκουαν στον «χαμοθεό», όπως αποκαλεί τον ισχυρό κομματάρχη. Ζητεί, λοιπόν, να εξυγιανθεί η κοινωνία και να γίνεται ακριβοδίκαιη απονομή δικαιοσύνης.

Κοντά στον κόσμο, που δεν έχει μάθει να σέβεται τους νόμους, έρχονται να προστεθούν και τα παραπτώματα των χωροφυλάκων. Αυτοί καταχρώνται την εξουσία τους, φέρονται βίαια στους πολίτες και καταπατούν τα δικαιώματά τους τόσο, ώστε εκδίδεται φυλλάδιο που περιέχει τα γενικά καθήκοντα των οπλιτών της χωροφυλακής, όπου συστήνεται να μην παρασύρονται σε «παραφοράς ή βιαίας πράξεις ή τραχείας και εξυβριστικάς εκφράσεις ή άλλους προκλητικούς αστεϊσμούς».

Οι υπόδικοι διαμαρτύρονται για την κατάσταση των φυλακών (το κτίριο όπου στεγάζεται σήμερα το Ιστορικό Αρχείο Σάμου). Τα πταισματοδικεία δεν προλαβαίνουν να εκδικάζουν υποθέσεις, ώστε σε φύλλο της εφημερίδας διατυπώνεται η πεποίθηση ότι ευθύνεται γι’ αυτό ο υπερβολικός ζήλος των αστυνομικών οργάνων κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, με συνέπεια και οι ίδιοι να χάνουν τη σοβαρότητά τους και να μην εμπνέουν σεβασμό, όπως στην περίπτωση που μια γυναίκα αναζητώντας την όρνιθά της, άνοιξε το κατώγι ενός γείτονα και ένας χοίρος βγήκε στη δημόσια οδό. Ο χωροφύλακας που περνούσε τυχαία κατέγραψε το όνομα του κυρίου του και τον μήνυσε.

Η εγκληματικότητα που παρατηρείται βάζει σε κίνδυνο ακόμα και τα συμφέροντα της Ελλάδας στο Αιγαίο, καθώς δίνεται η εντύπωση ότι δεν μπορεί να εξασφαλίσει ηρεμία στην περιοχή. ‘Ενα άγριο ληστρικό δράμα, που ξεκινά με απαγωγή για λύτρα και ορμητήριο το Αγαθονήσι, καταλήγει σε συμπλοκή με τον στρατό και την αστυνομία, με αποτέλεσμα το φόνο του απαχθέντος και τη σύλληψη όχι μόνο των κακοποιών, αλλά και όλων των κατοίκων του νησιού, ως συνενόχων. Η καίρια επέμβαση του στρατού αποδεικνύει, κατά το δημοσιογράφο, ότι η Ελλάδα έχει και τη δύναμη και τη θέληση να επιβάλλει την τάξη και να διατηρεί την κυριαρχία της στο Αιγαίο, αφήνοντας τους «θαυμάσιους Τούρκους να αξιούν ματαίως τα νησιά δια να τους παράσχουν ασφάλεια».

Είναι αυτή την εποχή που επανέρχεται σε ισχύ ο νόμος περί ληστείας, ο οποίος είχε ψηφισθεί το 1871. Οι αδελφοί Γιαγά, που υποστηρίζονται από ποιμένες και αγρότες, είναι πανταχού παρόντες και από συνεργάτες του Θεμ. Σοφούλη έχουν μετατραπεί στους μεγαλύτερους εχθρούς του. Μετά από κάθε τους χτύπημα ο στρατός και η αστυνομία μετρούν τουλάχιστον έναν νεκρό. Η επικήρυξή τους, τον Ιούνιο του 1914, δεν σταματά τη δράση τους, ούτε αργότερα, τον Οκτώβριο του 1915, η εκτόπιση 56 ατόμων από την περιοχή του Μαραθοκάμπου με την κατηγορία της υπόθαλψης των ληστών. Μέσα σ’ όλη αυτή την αναταραχή, η εφημερίδα ασχολείται και με το θέμα των ιερόδουλων, των οποίων η ύπαρξη ενοχλεί τα χρηστά ήθη των οικογενειαρχών, που εύλογα παραπονούνται κατά των «ασελγών αυτών οίκων», και ζητεί να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα, ώστε, εφόσον εξακολουθούν να λειτουργούν, να μην προκαλούν ενοχλήσεις.

Από καιρού εις καιρόν, αστυνομικά δελτία φιλοξενούνται στις σελίδες της εφημερίδας, ώστε να ενημερώνεται το κοινό για την εξέλιξη υποθέσεων που εκκρεμούν, συλλήψεων και γενικότερα των αδικημάτων που διαπράττονται.

Το 1915 ιδρύεται και στη Σάμο κακουργιοδικείο, ένα χρόνιο αίτημα που ικανοποιήθηκε, και έχει ως φαίνεται πολλή δουλειά, καθώς εκδικάζονται υποθέσεις και από γύρω νησιά. Η γενικότερη ένδεια που επικρατεί και η ανεπάρκεια της αστυνομικής επιτήρησης, συντελούν, ώστε το αδίκημα της κλοπής να λάβει τεράστιες διαστάσεις και να επεκταθεί σε κάθε είδος. Το λαθρεμπόριο καπνού, η δράση των Γιαγάδων, οι διώξεις για παράνομη οπλοκατοχή, η βίαιη συμπεριφορά των χωροφυλάκων, η απόδραση του «φοβερού κακούργου» Κων. Σοφούλη (ο οποίος λίγο αργότερα συλλαμβάνεται και στέλνεται στο Ναύπλιο), κυριαρχούν στα αστυνομικά δελτία αυτού του έτους. Η δολοφονία ενός 80χρονου από ληστές, εγείρει ερωτήματα για την ύπαρξη δημόσιας ασφάλειας. Η εφημερίδα, πάντως, που δεν κρατά σταθερή στάση σχετικά με το ζήτημα του πότε ήταν πιο ασφαλής η Σάμος, στο καθεστώς της αυτονομίας ή μετά την ένωση, διερωτάται γιατί η παραδειγματική ασφάλεια που βασίλευε στο νησί εκλείπει στις ημέρες της εθνικής αποκατάστασης.

Η Ελλάδα εισέρχεται σε δύσκολες περιόδους με τους Βαλκανικούς πολέμους και τη συμμετοχή της στον Α’ παγκόσμιο πόλεμο. Πληθυσμοί μετακινούνται και πολλοί «ξένοι», όπως χαρακτηρίζονται οι πρόσφυγες, συγκεντρώνονται στη Σάμο. Οι διαμαρτυρίες δεν αργούν, καθώς θεωρούνται και αυτοί υπεύθυνοι για την έξαρση της εγκληματικότητας, και ζητείται η αυστηρή παρακολούθησή τους. Αυτή η δύσκολη περίοδος έχει και άλλες προεκτάσεις, όπως αυτή της κερδοσκοπίας. Γίνονται συνεχείς συστάσεις στους εμπόρους και ιδιαίτερα στους αρτοποιούς, σε μία περίπτωση καταγράφεται και σύλληψη ενός αρτοποιού για άρνηση πώλησης σίτου.

Η χρονιά κλείνει με το περιστατικό ενός νεαρού, του Αριστείδη ή Ερρίκου Δεϊνέζη, ο οποίος για να αποφύγει την στράτευση δηλώνει ότι είναι Οθωμανός υπήκοος και θέλει να παραμείνει, αποποιούμενος την ελληνική του υπηκοότητα. Αυτή του η συμπεριφορά σχολιάζεται αρνητικά από κάποιους νέους της πόλης σε επιστολή τους προς την εφημερίδα. Ο εύθικτος νεαρός τους μηνύει, αλλά κατά τη διαδικασία της δίκης από κατήγορος βρίσκεται κατηγορούμενος. Το θέμα γίνεται πρωτοσέλιδο, και η εφημερίδα είναι καταπέλτης εναντίον ίου «εκ φύσεως δειλού» αυτού ανθρώπου «προδότη της πατρίδος του», και το πλήθος ξεσπά σε χειροκροτήματα στο άκουσμα της αθωωτικής για τους κατηγορουμένους απόφασης.

Από όλα τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι οι εφημερίδες προσπαθούν μα εμπνεύσουν στους πολίτες ηθικές αρχές και να συμβάλουν στη μείωση των κοινωνικών παρεκκλίσεων, που έχουν αρχίσει να αυξάνονται επικίνδυνα. Καταδικάζουν τις παρεκτροπές, κάνουν συστάσεις και στους πολίτες αλλά και στις τοπικές αρχές, αδιακρίτως, αποσκοπώντας στην ευνομία που επιθυμούν να κυριαρχήσει στο νησί και για έναν λόγο παραπάνω: για να διασφαλιστεί η ένωση με την Ελλάδα, καθώς οι Τούρκοι καραδοκούν.

Τα εγκλήματα, ασφαλώς, δεν λείπουν από καμιά εποχή, καθώς αυτά αποτελούν τις χαρακτηριστικές εκφράσεις των καθημερινών τριβών που υπάρχουν πάντα στα πλαίσια της κοινωνικής συμβίωσης. Ο ανταγωνισμός, η διεκδίκηση δικαιωμάτων, η προάσπιση αξιών, αλλά και η ένδεια, η συναισθηματική φόρτιση και κάποιοι βιολογικοί παράγοντες αποτελούν, κατά περίσταση, αίτια εκδήλωσης παρεκκλίνουσας συμπεριφοράς. Ωστόσο, για να σχηματιστεί πληρέστερη εικόνα για την έκταση και την τυπολογία των κοινωνικών αυτών παρεκκλίσεων στη Σάμο χρειάζεται συστηματική μελέτη και των δικαστικών αρχείων της εποχής, γεγονός που δεν ήταν εφικτό τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή και λόγω περιορισμένου χρόνου, αλλά και του θέματος του συνεδρίου.

Βιβλιογραφία: Παρασκευή Κοψιδά-Βρεττού, Το έγκλημα και οι κοινωνικοί του προσδιορισμοί, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1998.
Πηγές: εφημερίδα Σάμος,1879-1880, εφημερίδα Αιγαίον, 1912-1915.

Check Also

Η έναρξη της Ελληνικής επανάστασης του 1821 με ιστορικά ντοκουμέντα

Η έναρξη της Ελληνικής επανάστασης του 1821 με ιστορικά ντοκουμέντα

Η 25η Μαρτίου του 1821 σαν ημέρα έναρξης της Ελληνικής επανάστασης αποτελεί ένα θρύλο, ο …